Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Οι Οικογενειακές παραδόσεις, η Βεντέτα και ο Ελληνικός Κινηματογράφος


 

  • Γράφει ο Υπτγος ε.α. Χρήστος Μπολώσης


Βεντέτα 

Η βεντέτα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που ευδοκιμούσε κυρίως στην Ελληνική επαρχία και θα μπορούσαμε με μία λέξη να την πούμε «αντεκδίκηση».  Μερικές φορές οι αιτίες και αφορμές της χάνονταν στο βάθος του χρόνου με αποτέλεσμα οι συνεχιστές της βεντέτας να μη γνωρίζουν γιατί μισούσαν ο ένας τον άλλο ή μάλλον να γνωρίζουν αόριστα ότι στα 1867, κάτι γίδια του ενός μπήκαν στον κήπο του άλλου και τρέχα γύρευε.

Προσφάτως απασχόλησε και ακόμη απασχολεί την κοινή γνώμη, η τραγωδία που εκτυλίχθηκε στον Μασταμπά του Ηρακλείου μεταξύ δύο οικογενειών. Των Καργάκηδων και των Φραγκιαδάκηδων.

      Οι κορυφαίες  ταινίες που καταπιάστηκαν, με την χιουμοριστική πλευρά  της βεντέτας, είναι οι «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Η νεράιδα και το παλικάρι» και μερικές ακόμα.

Διάφορα

Είναι μερικά, εντελώς μικροπράγματα, τα οποία όμως είναι αρκετά για να ξυπνήσουν αναμνήσεις  και νοσταλγίες.

Θυμίζουν συνήθειες και μικροαντικείμενα που ξεθώριασαν επειδή η μόδα τους πέρασε. Και φεύγοντας πήραν μαζί τους μια ολόκληρη εποχή.

Πράγματα εντελώς ασήμαντα, όπως οι ριγέ πιτζάμες με το κορδόνι που φορούσε ο Ευδαίμων (Νίκος Ρίζος) στην ταινία «Τζίτζικας κι’ ο μέρμηγκας» των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη, που προβλήθηκε στις αίθουσες το 1958

Ο Ευδαίμων (Νίκος Ρίζος) και η Πίτσα (Ρένα Ντορ)

Στην ταινία «Γκολ στον έρωτα» του 1954, ο μπαρμπέρης Παντελής (Μίμης Φωτόπουλος) επιστρέφει ποδαρόδρομο από τον ιππόδρομο, όπου τον παρέσυρε εκεί ο Πίπης ψιλικατζής και φανατικός… «αλογομούρης». Φθάνοντας σπίτι κάνει ποδόλουτρο σε μια λεκάνη. Δίπλα ακριβώς διακρίνονται  οι δύο παντόφλες του οι οποίες είναι πατημένες στη φτέρνα.

Συνηθισμένες εικόνες εκείνης την εποχής όπου οι νοικοκυραίοι έβγαιναν στο δρόμο με τις ριγωτές πιτζάμες και τις «πατημένες» παντόφλες και τούτο διότι βαριόνταν να τις φορέσουν κανονικά. 

Η Αθηναϊκή αυλή

Η Αθηναϊκή αυλή είναι δημιούργημα της ελλείψεως στέγης που παρατηρείται τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η αύξηση της αστυφιλίας, που γέμισε τις μεγάλες πόλεις  και ιδίως την Αθήνα με… εσωτερικούς μετανάστες που έψαχναν για δουλειά, με δημοφιλέστερη  αυτή του θυρωρού σε πολυκατοικία 

Ταινίες που καταπιάνονται με τον μικρόκοσμο της Αθηναϊκής αυλής, είναι το «Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», «Η καφετζού», «Οι κυρίες της αυλής», «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και μερικές ακόμα.

Η αυλή των Κοκοβίκων  της ταινίας του Γιώργου Τζαβέλλα (1965)  «Η γυνή να φοβείται τον άνδρα», όπως είναι σήμερα στην οδό Τριπόδων 32 στην Πλάκα.

 Η αυλή της κυρά Καλλιόπης (Γεωργία Βασιλειάδου) της «Καφετζούς» και το καφετζή του Σπύρου (Μίμης Φωτόπουλος), όπως ήταν το 1955 στα Πετράλωνα, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος, γύρισε την ταινία 

Στη γραφική Αθηναϊκή αυλή, έβλεπες τότε κάποια μικροαντικείμενα που πλέον δεν υπάρχουν.

Στην ταινία «Η κάλπικη λίρα» (Γιώργος Τζαβέλλας – 1955) βλέπουμε τον καλοκάγαθο χαράκτη, πριν ακόμα γίνει παραχαράκτης, Ανάργυρο Λουμπαρδόπουλο (Βασίλης Λογοθετίδης) να πλένεται το πρωί, στο τενεκεδένιο κοινόχρηστο βρυσάκι της αυλής. Το βρυσάκι αυτό το έχουμε δει σε πολλές ταινίες.

Το βρυσάκι του κυρίου Ανάργυρου

Στην ταινία «5.000 ψέματα», βλέπουμε και αυτή την… πρωτόγονη κλειδαριά, στο σπίτι που μένουν οι  δύο φτωχοί φοιτητές (Γιώργο Κωνσταντίνου και Αλέκος Τζανετάκος)

Πίστη – Θρησκεία

Σε μια εποχή που η πίστη στα Θεία δεν αποτελούσε ακόμα… παράπτωμα, βλέπουμε πολλές χαρακτηριστικές σκηνές σε παλιές ταινίες.

Έτσι στην ταινία  «Οι παπατζήδες» του 1954, σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, βλέπουμε τον Βρασίδα (Νίκος Σταυρίδης), ψιλοκομπιναδόρο του κερατά να ξυπνάει μέσα του, κατόπιν εορτής βέβαια, η τιμή του αδελφού, επειδή η αδελφή του έχασε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Έτσι μαζί με τους φίλους του πάνε στο χωριό του… διαφθορέα. Μπαίνουνε στο σπίτι και βλέπουνε όλη την οικογένεια μαζεμένη, μαζί και ο… δράστης με τον πάτερ φαμίλια (Γιάννης Ιωαννίδης) να σταυρώνει το καρβέλι πριν μοιράσει τις φέτες. Και ο Βρασίδας αρχίζει την κουβέντα με την φράση «Είσαι καλός άνθρωπος. Είδα, όταν μπήκα, ότι σταύρωνες το ψωμί». Στην συνέχεια, με την αυστηρή επέμβαση του πατέρα, όλα βαίνουν κατ’ ευχήν, με τον… δράστη να αποκαθιστά το …θύμα.

Να πούμε ότι στους «Παπατζήδες», υπάρχει και μία εξαιρετική διάλεξη του Βρασίδα μέσα στην φυλακή «Περί κλοπής». Αξίζει να ψάξετε να την βρείτε στο διαδίκτυο.

Στην ταινία του Στέφανου Φωτιάδη, που προβλήθηκε το1963 και έχει τον τίτλο «Το τεμπελόσκυλο», βλέπουμε την μητέρα του Πολύδωρου Κλάπα (Δημ. Παπαμιχαήλ) την Πόπη Μέγγουλα σε όλη την ταινία να παρακαλάει, μπροστά στα εικονίσματα  την Παναγία να κερδίσει τον λαχείο.

Και βέβαια έχουμε και την «Μανταλένα», ταινία  του 1960 σε σενάριο του Γεωργίου Ρούσσου και σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Εδώ έχουμε μία από την κυρίαρχες μορφές, αυτή του παπα-Φώτη (Παντελής Ζερβός), που σπρώχνει την Μανταλένα (Αλίκη Βουγιουκλάκη) στην θάλασσα. Στην σκηνή αυτή μάλιστα η Αλίκη χτύπησε στο κρηπίδωμα και  κοψοχόλιασε τους τεχνικούς και λοιπούς συντελεστές της ταινίας. Τελικώς, πάντα με την παρέμβαση του παπα-Φώτη γεφυρώνεται το χάσμα μεταξύ της Μανταλένας και του Λάμπη (Δημ. Παπαμιχαήλ) με αποτέλεσμα ένα αίσιο τέλος. Κλασική ατάκα «Άλλος με τη βάρκα μας».

Οικογενειακές παραδόσεις 

Αρκετές ταινίες ασχολήθηκαν με τις Ελληνικές οικογενειακές παραδόσεις οι οποίες σήμερα ή λοιδορούνται στον βωμό της παγκοσμιοποίησης ή έχουν διαφοροποιηθεί (εκσυγχρονισμό τον λένε τώρα)  προς το χειρότερο.

Στο «Δεσποινίς ετών 39» του Αλέκου Σακελλάριου (1954), βλέπουμε τον Τηλέμαχο Καραντάρη (Βασίλης Λογοθετίδης) να μη παντρεύεται την επί χρόνια μνηστή του Φωφώ (Ίλια Λιβυκού), αν πρώτα δεν αποκαταστήσει την «αδελφούλα» του  Χρυσάνθη (Σμάρω Στεφανίδου). Τελικώς και μετά από πολλές κωμικές καταστάσεις, μένουν και οι δυο ανύπαντροι.

Αργότερα, το 1968, ο Αλέκος Σακελλάριος ξαναγύρισε την ταινία με τίτλο: «Ο Ρωμιό έχει φιλότιμο». Εκεί διαφοροποιεί το τέλος, αφού τελικώς η Χρυσάνθη (εδώ Μήτση Κωνσταντάρα) παντρεύεται τον παλιό της έρωτα, τον Μανώλη (Στάθης Χατζηπαυλής)  ο δε Τηλέμαχος (εδώ ο Λάμπρος Κωνσταντάρας), παντρεύεται την Ελένη (Καίτη Πάνου) που «κάτι της χρωστούσε»…

Στο «Ο Θόδωρος και το δίκαννο», παραγωγής 1962 σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, βασισμένο στο θεατρικό έργο των Τσιφόρου – Βασιλειάδη.   Εδώ βλέπουμε την αγωνία και τον αγώνα του Θόδωρου (Μίμης Φωτόπουλος) να κρατήσει μακριά από τους σύγχρονους πειρασμούς την κόρη του Χριστίνα (Σμαρούλα  Γιούλη), απειλώντας να εξαλείψει  κάθε απειλή με… το δίκαννο. Τελικώς και παρ’ ό,τι έχουν δίπλα τους το… κακό παράδειγμα της  ζωηρής Ρούλας (Αντιγόνη Κουκούλη), όλα βαίνουν καλώς.

Εδώ να επισημάνουμε το εξής σχετικώς με τον Μίμη Φωτόπουλο και την Σμαρούλα Γιούλη. Στην ταινία «Έλα στο θείο» του 1950 είναι  αδέλφια. Στις ταινίες  «Το σωφεράκι» του 1953, η «Καφετζού» του 1956, οι δύο πρωταγωνιστές είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Από εκεί και πέρα είναι πατέρας και κόρη. Ελληνικός κινηματογράφος…

Τέλος έχομε και το «Η θεία απ’ το Σικάγο», παραγωγής 1957 του Αλέκου Σακελλάριου. Στην ταινία βλέπουμε την αγωνία, αν και συγκεκαλυμμένη του απόστρατου στρατιωτικού Χαρίλαου Μπάρδα  (Ορέστης Μακρής) να παντρέψει τις τέσσερες κόρες του, ώσπου επεμβαίνει η άρτι αφιχθείσα από το Σικάγο αδελφή του Καλλιόπη (Γεωργία Βασιλειάδου) η οποία εφαρμόζει την «αλάνθαστη μέθοδο του κανατιού».

Ο… λόχος του στρατηγού Χαρίλαου

Ξεκαρδιστικός είναι ο διάλογος μεταξύ του Χαρίλαου και της γυναίκας του Ευτέρπης (Ελένη Ζαφειρίου), ενώ βλέπουν τις κόρες του  να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα.

Θυμηθείτε τον και απολαύστε τον

ΕυτέρπηΜεγαλώσανε τα παιδιά μας Χαρίλαε! Ξέρεις πόσο είναι η Ελένη μας; 26! Η Κατίνα μας 23, 20 η Μαρία και 15 η Αγγελική…

ΧαρίλαοςΕ! Και λοιπόν;

ΕυτέρπηΤου χρόνου θα είναι 27 η Ελένη μας…

Χαρίλαος24 η Κατίνα, 21 η Μαρία και 16 η Αγγελική!

ΕυτέρπηΑκριβώς!

ΧαρίλαοςΚαι τι θες να πεις μ’ αυτό, βρε γυναίκα; Ότι κάθε χρόνο τα κορίτσια μας θα είναι ένα χρόνο μεγαλύτερα;

ΕυτέρπηΌχι, άλλο θέλω να πω!

ΧαρίλαοςΤότε αφού … άααλλο θέλεις να πεις, γιατί λες αυτό που λες και δεν λες κατ’ ευθείαν το άλλο που θέλεις να πεις να ησυχάσουμε;

Πολιτική

Η πολιτική είναι κι΄ αυτή ένα προσφιλές  θέμα, της Ελληνικής φιλμογραφίας που έχε δώσει αριστουργήματα. Στην κορυφή βέβαια το «Υπάρχει και φιλότιμο» του 1965 σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, βασισμένο στο θεατρικό του έργο «Ανώμαλη προσγείωση»

Εκεί ο υπουργός Ανδρέας Μαυρογιαλούρος με αφορμή ένα τροχαίο μικροατύχημα μαθαίνει ότι ο περίγυρός του, δηλαδή ο ιδιαίτερός του Γιώργος (Ανδρέας Ντούζος) και ο κομματάρχης του   στην Πλατανιά Θόδωρος Γκρούεζας (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, κατ’ επανάληψη υπεξαιρούν δημόσιο χρήμα και υπερτιμολογούν δημόσια έργα για να πλουτίσουν, ενώ διατηρούν τον υπουργό σε πλήρη άγνοια για τις κάκιστες και πρωτόγονες υποδομές και τα προβλήματα των αγροτικών περιοχών στις οποίες εκλέγεται βουλευτής.

Η ταινία έχει μερικές δολοφονικές ατάκες όπως η απάντηση του Γκρούεζα στην ερώτηση του Μαυρογιαλούρου πώς δημιούργησε την περιουσία του: «Μα εγώ είμαι το κόμματος κ. υπουργέ». Μάλλον και τότε θα υπήρχε ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Επίσης και η προτροπή του Ανδρέα στους Πανάγο (Χάρη Παναγιώτου, Σωτήρη (Χρήστο Δοξαρά)  και τους άλλους χωρικούς που έχουν μαζευτεί και ακούνε τον «Ντάντη»:  «Άντε παιδιά ώρα έχουμε αν του τη χώσουμε», και ακολουθεί η μεγαλοπρεπής μούτζα. Ακόμη και στο τέλος η παραδοχή της ανικανότητάς του και μία πρόβλεψη.

Στο «Τζένη – Τζένη» (1966 σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου) ο υποψήφιος βουλευτής Νίκος Μαντάς  (Ανδρέας Μπάρκουλης) ψάχνει  να βρει την Τζένη Σκούταρη (Τζένη Καρέζη) και όταν την βρίσκει της λέει: «Πού είσαι;  Έφαγα όλο το νησί να σε βρω» για να λάβει την απάντηση: «Έφαγες όλο το νησί; Και όταν βγεις βουλευτής τι θα φας;». 

Ατάκες που δεν περιποιούν τιμή στον πολιτικό μας κόσμο μεν, απεικονίζουν  όμως πέρα για πέρα την πραγματικότητα.

Στην ταινία «Στουρνάρα 288»  του 1959 σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου έχουμε τον βουλευτή Καλοχαιρέτα (Απόστολος Αυδής), ο οποίος έχει φλομώσει στις ψεύτικες υποσχέσεις τους ψηφοφόρους του, ώσπου υποδέχεται τον  Καρασωλήνα, με την κλασσική ατάκα  «ετελείωσε». Τότε ο Καρασωλήνας (Νίκος Φέρμας) του λέει: «Θα σε έφτυνα αλλά θα μου χρειασθεί το σάλιο, γιατί έχω να πάω και σε άλλον βουλευτή».

Και ο πνευματοδέστατος Δημήτρης Ψαθάς, περνάει γενεές δεκατέσσερεις τους πολιτικούς με το έργο του «Ζητείται ψεύτης», που σκηνοθέτησε το 1961 ο Γιάννης Δαλιανίδης. Εκεί έχουμε τον Θεόδωρο Πάρλα ή Ψευτοθόδωρο (Ντίνο Ηλιόπουλο) να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, κοροϊδεύοντας τον κόσμο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες αυτές οι ταινίες, έχουν γυριστεί στο διάστημα από το 1959 έως το 1966, αν λέει κάτι αυτό…      

Επαναλαμβανόμενες ιστορίες

Βέβαια σ’  αυτό το απάνθισμα, δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν όλες οι ταινίες. Επελέγησαν οι χαρακτηριστικότερες.

Τελειώνουμε με  μερικά σκετς τα οποία επαναλαμβάνονται σε πάνω από δύο ταινίες.

Και πρώτα – πρώτα έχουμε την προς πώληση ραπτομηχανή, η οποία δημοσιεύεται ως μικρή αγγελία  στις εφημερίδες. Ταυτοχρόνως δημοσιεύεται και αγγελία  για εύρεση γαμπρού ή νύφης και το κομφούζιο είναι έτοιμο όταν ο υποψήφιος γαμπρός  μιλάει για την νύφη και τον πληροφορούν για τα προσόντα ή μειονεκτήματα της ραπτομηχανής («θέλει λίγο λάδωμα», «είναι πολυδουλεμένη κ.λπ.). 

Την σκηνή αυτή την βλέπουμε στις ταινίες «Έλα στο Θείο», «Σήκω χόρεψε συρτάκι» και ο «Πεθερόπληκτος».

Επίσης έχουμε και την σκηνή με την παρεξήγηση  όπου ο «κύριος έκανε την παρατήρηση στο κύριο, που είχε κάνει την παρατήρηση στον κύριο» και τράβα κορδέλα. Στην ταινία «Της νύχτας τα καμώματα»  του 1957, ο Βασίλης Αυλωνίτης είναι ο αστυφύλακας που προσπαθεί να λύσει τον γρίφο, ενώ το μήλο  της Έριδος, το γκαρσονάκι, είναι ο Νίκος Ρίζος. 

Μετά από 14 χρόνια, το 1971 η σκηνή επαναλαμβάνεται στην ταινία «Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει» με τους αντιστοίχους ρόλους να ερμηνεύουν οι Γιώργος Βελέντζας και Κώστα ς Χατζηχρήστος. 

Το σενάριο βέβαια και των δύο ταινιών είναι του Αλέκου Σακελλάριου.

Αλλά είναι καιρός να τερματίσουμε την αναδρομή  αυτή στις Ελληνικές ταινίες που έχουν μέσα του και λαογραφικές πινελιές. Είναι βέβαιο ότι ξεχάσαμε πολλές, γι’ αυτό και ζητάμε συγγνώμη. Δεν είναι δυνατόν, όμως να περιληφθούν όλες σε ένα σημείωμα. Ίσως μια άλλη φορά.

Να είστε όλοι καλά,





https://www.dimokratia.gr/apopseis/618566/christos-mpolosis-ellinikos-kinimatografos-kai-laografia-2/

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ την κ. Σακελλαροπούλου : - "Η αξιοπρεπής διαβίωση, για τους δημοσίους υπαλλήλους, εξασφαλίζεται με τον μισθό των 780-1.092 ευρώ!! - Για τον λόγο αυτό και με την σύμφωνη γνώμη του κ. Μητσοτάκη, καταργούμε τα δώρα!!







Η Ολομέλεια του ΣτΕ με πρόεδρο την Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας, Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκης (αρχικά εισηγήτρια ήταν η Κωνσταντίνα Φιλοπούλου) με σειρά αποφάσεων της(1307-1316/2019) , έκρινε, κατά πλειοψηφία και παρά την αντίθετη κρίση του ΣΤ΄τμήματος, ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων, «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν παρίσταται απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».
Η… αιτιολόγηση για το “μαχαίρι” στα δώρα στο Δημόσιο
Χαρακτηριστικά η Ολομέλεια του ΣτΕ αναφέρει πως ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει:
α. Από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011,
β. Από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε με τον ν. 4014/2011, με το οποίο ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1092 ευρώ (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και
γ. Από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα)».
Επιπλέον, σημειώνουν οι δικαστές του ΣτΕ, «Η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά το αυτό, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».
Σε άλλο σημείο οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι «το ίδιο μέτρο δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα».
Τα δώρα στο Δημόσιο και η μειοψηφία
Αντίθετα, η μειοψηφία επισημαίνει στο σκεπτικό της ότι με τον ίδιο ν. 4093/2012 και με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, με προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν καθ’ εαυτά απρόσφορα, ανεπαρκή και, συνεπώς, ακατάλληλα να στηρίξουν περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Σε αυτό το σημείο βέβαια η πλειοψηφία αντέκρουσε πως το γεγονός ότι το ΣτΕ «μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης».
Παράλληλα, η μειοψηφία επισημαίνει πως «οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις τόσο των αποδοχών τους, όσο και του εν γένει εισοδήματός τους βάσει των διαφόρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης. Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτήαποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών».


Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Η άρνηση νέων να υπηρετήσουν την Πατρίδα και το σχέδιο από την στρατιωτική θητεία αγγαρεία/αγγαρεία στη θητεία/ευκαιρία του ΥΕΘΑ


 



Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας εξήγγειλε ένα καινούργιο σχέδιο νόμου για «τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στην καινούργια εποχή».

Με άλλα λόγια ο ΥΕΘΑ υποστήριξε, ότι με την επιχειρούμενη νομοθετική μεταβολή μεταβαίνουμε από την στρατιωτική θητεία αγγαρεία/αγγαρεία στη θητεία/ευκαιρία.  

Μέσα στο πλαίσιο τούτο ανέφερε επίσης, ότι την τελευταία τριετία είχε στηθεί μια «χαριτωμένη φάμπρικα» και 35000 χιλιάδες Έλληνες πολίτες είχαν απαλλαγεί από την κατάταξη στο στρατό «λόγω ψυχολογικών προβλημάτων».

Ταυτόχρονα παρουσίασε και ένα άλλο στοιχείο , δηλαδή ότι 39000 άτομα αυτή τη στιγμή είναι ανυπότακτοι στο εξωτερικό (για διάφορους λόγους και αποφεύγουν τη στράτευσή ).

Και υπό το πρίσμα τούτο υποσχέθηκε δημοσίως δύο πράγματα:

Με άλλα λόγια , ότι θα γίνει μια αυστηροποίηση των απαλλαγών από τη στρατιωτική θητεία «για ψυχολογικούς λόγους». Και επιπλέον ότι θα διενεργηθεί και μια αυστηροποίηση της υφιστάμενης δυνατότητας για εξαγορά της θητείας μετά τη συνεχή παραμονή πολλών ανθρώπων σε χώρες της αλλοδαπής.

Ενόψει όλων αυτών των εξαγγελιών (που έχουν «ακουστεί» και άλλες φορές στο παρελθόν και από διαφορετικές κυβερνήσεις) θα επιθυμούσα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις .

Οι απαλλαγές για «ψυχολογικά προβλήματα»

Νομίζω ότι οι απαλλαγές από το στρατό με την επίκληση εικονικών ψυχικών ασθενειών ευδοκιμούν σε τόσο μεγάλο βαθμό , γιατί αρκετοί πολιτικοί με διασυνδέσεις στο στρατό (και με τη βοήθεια κάποιων ψυχολόγων) βοηθούν στην παραγωγή ενός παρόμοιου αποτελέσματος.

Με άλλα λόγια : το μέγεθος αυτό συνδέεται και με ένα διεφθαρμένο κομματικό σύστημα (και καλό θα ήταν ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας να μην υποστηρίζει ότι η «φάμπρικα αυτή» στήθηκε μόνο από τους πολίτες και την κοινωνία).

Από την άλλη μεριά πολλοί νέοι άνθρωποι για να μη διακόψουν τις επιστημονικές τους σπουδές ή για να μη τροποποιήσουν το μοντέλο της ζωής τους με την ένταξη σε «ένα αντιπαραγωγικό στρατό, όπου κάποιοι στρατιωτικοί θα τους καταπιέζουν», εύκολα καταφεύγουν σε αυτή την απελπισμένη λύση και παρουσιάζονται ως ψυχολογικά διαταραγμένες προσωπικότητες.

Βεβαίως, το σημερινό σύστημα εκκολάπτει απίστευτες και αδικαιολόγητες ανισότητες, γιατί πολλά νέα και φτωχά παιδιά τα οποία δεν έχουν στενές διασυνδέσεις με το κομματικό σύστημα (και με τις εκάστοτε κυβερνήσεις) υπηρετούν σε παραμεθόριες περιοχές (και με ένα γείτονα , όπως η Τουρκία, που έχει έντονες επιθετικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας).

Ωστόσο, το ανωτέρω ζήτημα είναι λίγο «βαθύτερο» και αφορά δύο διαφορετικές «κουλτούρες» σε σχέση με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις (και αυτή είναι μια συζήτηση η οποία έγινε και σε πολλές άλλες χώρες διεθνώς).

Η κουλτούρα των παλιότερων γενιών στην Ελλάδα για τη στράτευση και ο θεωρητικός του Διαφωτισμού Ζαν-Ζακ Ρουσσώ

Υπό την έννοια αυτή ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στο μεγαλειώδες έργο του για το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» είχε υποστηρίξει, ότι η κατάταξη στο στρατό είναι «μια συνεπής επέκταση της ιδιότητας του πολίτη». Και έλεγε χαρακτηριστικά:

« Μόλις οι πολίτες σταματήσουν να θέτουν σε προτεραιότητα το ενδιαφέρον να μετέχουν στα κοινά και προτιμήσουν να συνεισφέρουν με το πορτοφόλι τους παρά με την προσωπική τους παρουσία, το κράτος πλησιάζει ήδη στην καταστροφή του. Πρέπει να εκστρατεύσουν; Πληρώνουν στρατεύματα και κάθονται στο σπίτι τους…Σε ένα αληθινά ελεύθερο κράτος οι πολίτες κάνουν τα πάντα μοχθώντας οι ίδιοι και όχι πληρώνοντας άλλους» ,

Αυτή ήταν και η φιλοσοφία των παλαιότερων γενιών στην Ελλάδα οι οποίες υπηρετούσαν πολύ μεγαλύτερο χρόνο στο στρατό (γιατί ένοιωθαν έντονα αυτή την έννοια «του ανήκειν σε μια πατρίδα ή σε ένα έθνος»).

Η αρνητική κουλτούρα για τη στράτευση των νεότερων γενιών στην Ελλάδα, αλλά και των λεγόμενων «ελευθεριστών» ( libertarians) διεθνώς.

Από την άλλη πλευρά πολλοί νέοι άνθρωποι στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, απορρίπτουν την κατάταξη στο στρατό, επειδή υποστηρίζουν ότι συνιστά μια εξαναγκαστική πρακτική.

Με άλλα λόγια γίνεται δεκτό ειδικότερα ότι η υποχρεωτική στράτευση προϋποθέτει το εξής :

Δηλαδή, ότι το Κράτος είναι «ιδιοκτήτης των πολιτών» και μπορεί να τους κάνει ότι θέλει ή να τους εξαναγκάζει να πολεμούν και να ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους ( Sandel, Δικαιοσύνη).

Και υπό την έννοια αυτή κάποιοι υποστηρίζουν τη φιλοσοφία του λεγόμενου «εθελοντικού στρατού» (ένα μέγεθος το οποίο θα πρέπει να αποκλειστεί στην Ελλάδα λόγω της επιθετικότητας της γειτονικής Τουρκίας).

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω, ότι η υποχρεωτική στράτευση των πολιτών καταργήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1973 από το Ρίτσαρντ Νίξον λόγω του πολέμου του Βιετνάμ , όπου πολλοί Αμερικανοί πήγαιναν στον πόλεμο (ενώ μια ελίτ πλουσίων νέων απέφευγε να πάει στα πεδία των μαχών με ποικίλες μεθοδεύσεις).

Η στράτευση απόρροια της ιδιότητας του πολίτη

Ενόψει όλων αυτών καταρχήν προσωπικά (και φιλοσοφικά) τάσσομαι υπέρ της άποψης , ότι η στράτευση είναι επέκταση (και απόρροια) της ιδιότητας του πολίτη.

Ωστόσο, από την άλλη μεριά είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε όλοι , ότι στις δυτικές κοινωνίες (και μέσα σε ένα έντονο καταναλωτικό περιβάλλον) έχει αναπτυχθεί μια κουλτούρα στους νέους ανθρώπους η οποία απορρίπτει κατηγορηματικά τη λογική του στρατού (μεταξύ των άλλων γιατί διακόπτει την κανονική ροή της ζωής στο πιο δυναμικό στάδιο των σπουδών ή της επαγγελματικής τους πορείας).

Επιπλέον, πολλά νέα παιδιά στην Ελλάδα πιστεύουν (και όχι αδίκως) ότι όσοι «έχουν τα μέσα» θα «περάσουν καλά στο στρατό (και αυτό το μέγεθος ενισχύει ακόμη περισσότερο την κεντρική ιδέα της απόρριψης της στράτευσης).

Το συμπέρασμα;

Δεν γνωρίζω , εάν ο ΥΕΘΑ κατανόησε ότι σε πολλά νέα παιδιά υπάρχει αυτή η συγκροτημένη κουλτούρα «έντονης αντίθεσης» με τη φιλοσοφία του στρατού .

Ίσως κατά τη γνώμη μου μια μικρότερη και πιο παραγωγική θητεία 4 ή 5 μηνών θα ήταν πιο πειστική λύση,

Όμως αυτό προϋποθέτει την παραγωγική αναδιάρθρωση ολόκληρου του στρατεύματος την οποία εξήγγειλε ο ΥΕΘΑ , αλλά αυτές οι εξαγγελίες είχαν γίνει πολλές φορές και στο παρελθόν από άλλες κυβερνήσεις , αλλά τίποτε δεν άλλαξε.

Κυρίως, όμως, θα πρέπει να εμπεδωθεί η αντίληψη στην κοινωνία ,ότι δεν θα υπάρχουν «μέσα ή διασυνδέσεις» με πολιτικούς, στρατιωτικούς ή ψυχολόγους που θα εξασφαλίζουν προνομιακές στρατιωτικές θητείες για μια ομάδα Ελλήνων πολιτών, ενώ άλλοι θα διακινδυνεύουν τη ζωή τους στα σύνορα με την Τουρκία!

Διαφορετικά τα πράγματα δεν θα αλλάξουν προς το καλύτερο στο μέλλον!





https://www.tovima.gr/2025/11/08/opinions/i-arnisi-neon-na-pane-strato-kai-to-sxedio-dendia/



Μαρτυρία του συντρόφου Χρόνη Μίσσιου που συμμετείχε και στον συμμοριοπόλεμο: - "Ολόκληρη η αριστερά πρέπει να περάσει από ψυχιατρείο…"


 


Η μαρτυρία του Χρόνη Μίσσιου για τα μεταπολεμικά χρόνια (1947-1973) εμπνέει ανάλογα αισθήματα αγάπης και εθνικού πάθους: αγάπης για το ήθος, την ψυχική δύναμη, την εκφραστική πληρότητα του αφηγητή, και πάθους για τα αίσχη του εμφύλιου διχασμού, για την αδικία και την καταστροφή, για τις χαμένες ζωές. Η μαρτυρία του Μίσσιου δεν είναι, βέβαια, ούτε η πρώτη ούτε και η μοναδική γι’ αυτή την περίοδο. Αλλά εκφράζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τον τραγικό αγώνα ενός Νεοέλληνα «που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά». Τα λόγια είναι του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη.

Η μαρτυρία του Μίσσιου δεν είναι ιστορική, αλλά προσωπική. Γραμμένη στο πρώτο πρόσωπο, με το ύφος του προφορικού λόγου, διηγείται σ’ ένα σύντροφο που είχε την ευτυχία να πεθάνει νωρίς (δηλαδή πριν τον πρώτο εμφύλιο ή τουλάχιστον στις αρχές του) τις φυλακές, τις εξορίες και τα βασανιστήρια που υπέφερε ο αφηγητής σαν ενεργό μέλος του ΚΚΕ. Ο Μίσσιος γράφει μετά την παραίτησή του από το κόμμα και μετά την άρνησή του να ξανασυνδεθεί με την πολιτική του δράση. Ο σύντροφος (πραγματικός ή φανταστικός) δεν κατονομάζεται ούτε περιγράφεται. Το γεγονός ότι υπήρξε παλιός και καλός φίλος του αφηγητή δεν σημαίνει πάντως ότι, αν ζούσε σήμερα, θα συμφωνούσε μαζί του: «Έχω τόσα να σου πω, κι ούτε ξέρω αν μ’ ακούς ή είσαι κι εσύ σαν την καθοδήγηση, ρεμβάζεις όταν μιλούν οι άλλοι και ξαναρχίζεις να μιλάς μόλις τελειώσουν».



Τα λόγια αυτά εκφράζουν μια μεγάλη ελευθερία. Μέσα στις φυλακές της Βίδου και του Αβέρωφ, στις εξορίες της Μακρονήσου και του Άη Στράτη ο Μίσσιος αποδεικνύεται δυνατότερος από τους βασανιστές του και πιστότερος στην ιδεολογία του κομμουνισμού (όπως ο ίδιος την καταλαβαίνει) απ’ ό,τι η ηγεσία του ΚΚΕ. Αλλά σ’ όλη τη διάρκεια των είκοσι πέντε βασανιστικών αυτών χρόνων δεν επιβιώνει χάρη μόνο στη γενναιότητά του, αλλά και χάρη στην αλληλεγγύη με τους συγκρατουμένους του, χάρη στην ενστικτώδη υπαρξιακή συναίσθηση της κοινής ανθρώπινης μοίρας μπροστά στο θάνατο. Το γεγονός ότι ο Μίσσιος δεν αισθάνεται την ανάγκη να ζητήσει την έγκριση του παλιού του συντρόφου για τις πράξεις του αποτελεί απόδειξη μιας καινούριας, μιας απόλυτης ηθικής ελευθερίας. Η αφήγησή του δεν είναι ούτε απολογία προς το κόμμα, ούτε εκδίκηση ενάντια στους βασανιστές του, ούτε επιστροφή στην αγνή ιδεολογία κάποιας χαμένης νεανικής συντροφιάς. Είναι μια υπεύθυνη προσωπική κατάθεση, μια ύστατη εξομολόγηση της αλήθειας χωρίς κανένα απώτερο σκοπό, καμιά απολύτως υστεροβουλία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν υποκινεί κανέναν πολιτικό αντίλογο.

Ο Μακρυγιάννης έγραψε τα Απομνημονεύματα επειδή πίστευε στην ιστορική αλήθεια: «γιατί δεν υποφέρω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο», όπως λέει ο ίδιος. Ο Μίσσιος δεν γράφει επειδή ενδιαφέρεται για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ή επειδή τον πνίγει το άδικο. Γράφει επειδή αισθάνεται μόνος, απομακρυσμένος, αποκομμένος από την κοινωνία που τον περιβάλλει, όπως αποκομμένος αισθάνεται ένας μελλοθάνατος την τελευταία νύχτα της ζωής του. Να πώς αρχίζει την αφήγησή του:

«Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, απ’ την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος… Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι. Τέλος, δεν έχει σημασία από πού σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία… Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να ’σαι πια. Όμως είσαι τόσο μόνος, σαν να πας κάθε πρωί για εκτέλεση…»

Η μαρτυρία του Μίσσιου εμπνέεται από τη δύναμη της ζωής μπροστά στο φόβο του θανάτου.

Ορισμένα βιογραφικά στοιχεία θα βοηθούσαν την κρίση του αναγνώστη. Ο Μίσσιος οργανώθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων στη Θεσσαλονίκη το 1944, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ζει για εννιά μήνες με το άγχος ότι τα ξημερώματα θα τον εκτελέσουν. Τα βασανιστήρια συνεχίζονται με κίνδυνο της ζωής του σε διάφορες φυλακές μέχρι το 1953, οπότε αποφυλακίζεται. Αμέσως σχεδόν παρουσιάζεται στο Στρατό για τη θητεία του. Μετά την Κόρινθο εξορίζεται στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, όπου παραμένει μέχρι το κλείσιμο των στρατοπέδων το 1962. Δρα ελεύθερος σαν στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ και μέλος της γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη μέχρι τον Απρίλη του 1967. Με τη στρατιωτική δικτατορία περνά στην παρανομία και ιδρύει, μαζί με άλλους, το Π.Α.Μ. Το Νοέμβρη συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Απελευθερώνεται τελικά με την αμνηστία του Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1973.

[…]

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο αφηγητής εκτοπίζεται στις αγροτικές φυλακές ανηλίκων της Βίδου, του μικρού νησιού έξω απ’ την Κέρκυρα. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες. Ο Μίσσιος και δυο άλλοι σύντροφοι βρίσκονται τιμωρημένοι στην απομόνωση επειδή αντιστάθηκαν στις αρχές της φυλακής. Ένα βράδυ αποφασίζουν να αποδράσουν και να κολυμπήσουν μέχρι τις αλβανικές ακτές. Πράγματι κατορθώνουν να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα. Αλλά δεν προλαβαίνουν να κολυμπήσουν λίγα μέτρα κι η θάλασσα γεμίζει φως:

«Μου λέει ο Νικόλας, στημένη, μας φάγανε — βούτα… Σε δυο λεπτά είναι δίπλα μας δυο βενζινάκατες φορτωμένες καρακόλια και μπάτσους. Μας ψαρεύουν… Τρέμουμε τόσο πολύ από το κρύο ώστε μέσα μας παρακαλάμε ν’ αρχίσουν να βαράνε, μπας και ζεσταθούμε. Αλλά οι χαμούρες το ξέρουνε, δε βαράνε, γελάνε, κοροϊδεύουνε, κι ο Σάβανος, ένας μπινές δυο μέτρα μπόι, από τους πιο αδίσταχτους βασανιστές, όπως τον γνωρίσαμε μετά, μας πατάει τα παγωμένα δάχτυλα των ποδιών με τα τακούνια του και κοροϊδεύει. Ώστε νυχτερινό μπανάκι μού θέλατε, ε;…»

Τα βασανιστήρια που ακολουθούν είναι φριχτά. Ο αφηγητής επιβιώνει χάρη στη φαντασία του: όταν δεν αντέχει άλλο τον φυσικό πόνο ονειρεύεται τα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια. Μετά τα βασανιστήρια ακολουθούν σκληρά καταναγκαστικά έργα. Οι τρεις σύντροφοι δουλεύουν από την ανατολή μέχρι τη δύση κάτω απ’ τον καυτό ήλιο χωρίς νερό και φαγητό. Ο Παύλος καταφέρνει να πέσει σ’ ένα γκρεμό: θέλει ν’ αυτοκτονήσει. Μοναδική παρηγοριά τους είναι μια υπόγεια πηγή που ρέει μέσα στο κελί της απομόνωσης. Τις νύχτες κοιμούνται δίπλα στη δροσιά της. Αλλά κάποτε οι φύλακες ανακαλύπτουν τη μυστική αυτή χαρά και φράζουν τη ροή της.

«Ένα βράδυ όταν γυρίσαμε στο κελί βρήκαμε την πηγή φραγμένη με τσιμέντο… Δυο κλωστίτσες νερό ήτανε… Κλάψαμε κείνο το βράδυ, τρία παιδιά μόνα κι έρημα απέναντι σ’ ένα παράλογο μίσος, σε μια ακατανόητη απανθρωπιά».

Σ’ αντίθεση με την απανθρωπιά της εξουσίας, ο αφηγητής δείχνει απίστευτη ευσπλαχνία προς τον Ζάφτη, τον ποινικό κρατούμενο που πρόδωσε το σχέδιο της απόδρασης:

«Απ’ την αρχή σε φέρανε για να μας ρουφιανεύεις, δε βγαίνει αλλιώς, όπως και να το κάνεις. Τώρα άκου να δεις, δε θα σε βγάλουμε στο ικάντιο (σ.σ. δε θα σε διαπομπεύσουμε, δε θα σε εκθέσουμε) άμα μου πεις πως σταματάς τη ρουφιανιά. Κάποτε ήσουνα καλό παλικάρι κι είναι κρίμα. Εγώ δε σε κάνω ρεζίλι. Με κοιτάει και μου λέει, από φούμες πώς τα πάτε; Του λέω, δεν υπάρχει σάλιο. Θέλετε μια κούτα; Του λέω, εντάξει. Έτσι έληξε αυτή η ιστορία».

[…]

Στη μαρτυρία του για το Ελληνικό Γκούλαγκ, ο Μίσσιος κερδίζει την εκτίμηση του αναγνώστη με δύο τρόπους: με τη γενναιοδωρία και την αγάπη που δείχνει προς τους συγκρατούμενούς του και με το χιούμορ του. Σαν παράδειγμα του πρώτου τρόπου αναφέρθηκε ήδη το επεισόδιο της συγχώρεσης του προδότη Ζάφτη. Σαν παραδείγματα του δεύτερου θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν τα μαθήματα καλών τρόπων που παραδίδουν κρυφά οι κρατούμενοι της Μακρονήσου στο δειλό Μανιάτη λοχαγό που σχεδιάζει να παντρευτεί, και το επεισόδιο με τα σκατά: κατά τη διάρκεια μιας τελετής αγιασμού στη Μακρόνησο, οι ποινικοί κρατούμενοι καταφέρνουν να περιλούσουν τις αρχές του Κλήρου και του Στρατού με τα φρέσκα προϊόντα των αποχωρητηρίων τους! Το γεγονός ότι ο αναγνώστης γελά μαζί με τον Μίσιο (και όχι εις βάρος του) αποκαθιστά μεταξύ τους μια βασική και κρίσιμη σχέση ισότητας, η οποία υπερβαίνει οποιεσδήποτε ιδεολογικές διαφορές.

[…]

Η ίδια εθνική συνείδηση που υποφέρει και καταμαρτυρεί στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, υποφέρει και οπουδήποτε αλλού μέσα στον ελληνικό χώρο, οπουδήποτε την μεταφέρουν τα ελατήρια της μνήμης ή της φαντασίας. Κάθε φορά που ο Μίσσιος τα χρησιμοποιεί για να υπερβεί το μαρτύριο του φυσικού πόνου, υπερβαίνει ταυτόχρονα και τα όρια του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου που τον προξενεί μέσα του. Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι η απελευθέρωσή του από τη Μακρόνησο ή τον Άη Στράτη δε θα συνεπαγόταν και την ελευθερία του, αλλά απλά και μόνο την υποταγή του σε διαφορετικούς κανόνες συμπεριφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες (την εποχή δηλαδή που ολόκληρη η Ελλάδα ήταν, για ανθρώπους σαν τον Μίσσιο, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης) το γεγονός ότι δεν υπογράφει δήλωση μετάνοιας δε θα πρέπει να χαρακτηριστεί τόσο σαν δείγμα πίστης στην κομμουνιστική ιδεολογία όσο σαν έκφραση του απόλυτου πολιτικού αδιέξοδου της μεταπολεμικής περιόδου:

«Εκείνο που μ’ εξοργίζει κυριολεκτικά είναι η ανθρώπινη ποιότητά μας, η ανθρώπινη πορεία μας.

…Σήμερα βέβαια όλοι έχουν αποκατασταθεί και οι περισσότεροι είναι στο κόμμα, αντάμα με τους χτεσινούς διώκτες και βασανιστές τους. Τι να πεις… Ολόκληρη η αριστερά πρέπει να περάσει από ψυχιατρείο… Μωρέ, καμιά φορά λέω καλά που δε νικήσαμε…»


Ένα από τα προτερήματα της αφήγησης του Μακρυγιάννη είναι ότι μας μεταδίδει το συναίσθημα της ανθρωπιάς, αυτό το ιδιότυπο μείγμα δικαιοσύνης και ελευθερίας. Να πώς το διατυπώνει ο Σεφέρης:

«Αλήθεια, μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη, που γεμίζει αγαλλίαση την ψυχή, είναι αυτό το συναίσθημα, που δεν παύει ποτέ να μας δίνει· το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό —τόσο ανθρώπινο—, που είναι μέτρο των πραγμάτων και των όντων».

Καταλήγοντας αυτές τις πρώτες (ίσως πρόωρες) σκέψεις για τον Μίσσιο, επιθυμώ να παροτρύνω τον αναγνώστη να δεχτεί τη φωνή της αφήγησής του σαν οδηγό της εθνικής του συνείδησης, σαν μέτρο κρίσης του μεταπολεμικού εμφύλιου διχασμού. Ο Μίσσιος, όπως και ο Μακρυγιάννης, δεν ενδιαφέρονται για την ιστορική αντικειμενικότητα , δεν γράφουν τη νεοελληνική ιστορία. Το έργο τους κατορθώνει κάτι βασικότερο και βαθύτερο: δημιουργεί τις ηθικές και συνειδησιακές προϋποθέσεις που επιτρέπουν σ’ ένα λαό να κατανοήσει την ιστορία του και να απελευθερωθεί από τις καταστρεπτικές της δυνάμεις.

*Αποσπάσματα από κείμενο που είχε γράψει ο Μιχάλης Μόσχος για τον Χρόνη Μίσσιο, με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του υπό τον τίτλο «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» (εκδόσεις Γράμματα, Αθήνα, 1985). Το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Μόσχου είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες το καλοκαίρι του 1986 (τεύχος 46, Ιούλιος-Αύγουστος 1986).

Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός και αγωνιστής της Aριστεράς, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930 (η 8η Νοεμβρίου αναφέρεται στις σχετικές πηγές ως ημερομηνία γεννήσεώς του), από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές, κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά η οικογένειά του κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, και ο Μίσσιος εργάστηκε ως μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι.

Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού λόγω οικονομικής ανέχειας. Λίγο αργότερα στάλθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής.

Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και οργανώθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων.

Το 1947 συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον Εμφύλιο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε από το θάνατο χάρη σε ένα τυχαίο γεγονός.

Φυλακίστηκε έως το 1953 και από το 1962 έζησε εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ύστερα από ένα διάστημα ελευθερίας μεταξύ των ετών 1962 και 1967, ο Μίσσιος υπήρξε και πάλι πολιτικός κρατούμενος κατά τη διάρκεια της χούντας, έως τον Αύγουστο του 1973.

Με τη λογοτεχνία ο Μίσσιος ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία.




Το πρώτο του βιβλίο «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού από τους πρώτους ήδη μήνες της κυκλοφορίας του. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα, που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας.

Ο Μίσσιος μπόρεσε να μετατρέψει τις οδυνηρές πολιτικές εμπειρίες του σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και το δογματισμό τους.

Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» (Γράμματα, 1988).

Στα επόμενα βιβλία του διατηρήθηκε η θερμότητα των αισθημάτων του και το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα («Τα κεραμίδια στάζουν», 1991, «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», 1996, «Ντομάτα με γεύση μπανάνας», 2001).

Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που, παρά το σκληρό κόσμο που απεικονίζει, δε χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.

Ο Χρόνης Μίσσιος απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών, στις 20 Νοεμβρίου 2012, έχοντας πρώτα παλέψει επί μακρόν με τον καρκίνο





πηγή:https://www.in.gr/2023/11/08/stories/xronis-missios-olokliri-aristera-prepei-na-perasei-apo-psyxiatreio/


Συνέβη σαν Σήμερα: Το Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου - Κορυφαία πράξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κρητών

 



Κορυφαία πράξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κρητών, σύμβολο ηρωισμού και θυσίας. Είναι το σημαντικότερο επεισόδιο της Κρητικής Επανάστασης του 1866.

Η κακοδιοίκηση και η καταπίεση της τουρκικής διοίκησης ανάγκασε την Παγκρήτια Συνέλευση που συνήλθε στα Χανιά να αποστείλει στις 14 Μαΐου 1866 αναφορά στον Σουλτάνο με μια σειρά αιτημάτων. Συγκεκριμένα, ζητούσε: βελτίωση του φορολογικού συστήματος, σεβασμό της χριστιανικής θρησκείας, αναγνώριση του πληθυσμού να εκλέγει ελεύθερα τους δημογέροντές του και τη λήψη μέτρων για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού.

Παράλληλα, απέστειλε μυστικό υπόμνημα προς τους μονάρχες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με το οποίο τους καλούσε να ενεργήσουν για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ή να μεσολαβήσουν στη χορήγηση από τον Σουλτάνο «Οργανικού Νόμου». Στη συγκέντρωση αυτή συμμετείχε και ο Γαβριήλ Μαρινάκης, ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου, που ήταν το επαναστατικό κέντρο της περιοχής Ρεθύμνης.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αδιαφόρησαν, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε ουδετερότητα και δεν πήρε ανοιχτά το μέρος των επαναστατών. Μόνο η Ρωσία κινήθηκε δραστήρια, χάρη στους υποπροξένους της στο νησί Ιωάννη Μιτσοτάκη και Σπυρίδωνα Δενδρινό.

Μη αναμένοντας βοήθεια από πουθενά, οι Κρητικοί αποφάσισαν να ξεσηκωθούν μόνοι τους και ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 21 Αυγούστου 1866, με το σύνθημα «Ένωσις ή Θάνατος» και αρχηγούς τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη στα Χανιά, τον Ελλαδίτη συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο στο Ρέθυμνο και τον Μιχαήλ Κόρακα στο Ηράκλειο. Στην Ελλάδα συγκροτήθηκαν εθελοντικές ομάδες, που βοήθησαν τους Κρητικούς, με χρήματα, τρόφιμα και άλλα εφόδια.

Ο Σουλτάνος θορυβήθηκε από την εξέγερση και έστειλε στις 30 Αυγούστου 1866 τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά, με εντολή να την καταστείλει, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει τα αιτήματα των Κρητικών. Ο Πασάς έφερε το προσωνύμιο Γκιριτλί (Κρητικός), επειδή είχε συντελέσει στην κατάπνιξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη. Πρώτα προσπάθησε να καλοπιάσει τους επαναστάτες και να τους πείσει να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Όταν αυτοί αρνήθηκαν, αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το στρατιωτικό του σχέδιο για την κατάπνιξη της επανάστασης.

Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο προέβη σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Χανίων και στη συνέχεια στράφηκε προς το Ρέθυμνο και τη Μονή Αρκαδίου, όπου ήταν η έδρα της τοπικής επαναστατικής επιτροπής, αποθήκη πολεμοφοδίων και τροφίμων, καθώς και καταφύγιο πολλών χριστιανών. Ο Μουσταφά Πασάς έφθασε έξω από το μοναστήρι το απόγευμα της 6ης Νοεμβρίου 1866. Στη διάθεσή του είχε 15.000 άνδρες (Τούρκους, Αλβανούς, Αιγυπτίους και Τουρκοκρητικούς) και ισχυρό πυροβολικό. Στη Μονή βρίσκονταν 966 άνθρωποι, από τους οποίους μόνο 250 μπορούσαν να πολεμήσουν. Επικεφαλής των αγωνιστών του Αρκαδίου ήταν ο πελοποννήσιος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος και ο ηγούμενος Γαβριήλ.

Οι προτάσεις προς παράδοση απορρίφθηκαν από τους πολιορκημένους και το πρωί της 8ης Νοεμβρίου άρχισαν οι εχθροπραξίες. Οι Οθωμανοί, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις τους, δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Μονή την πρώτη μέρα. Το βράδυ ζήτησαν ενισχύσεις και μετέφεραν ένα μεγάλο πυροβόλο από το Ρέθυμνο. Την επομένη, 9 Νοεμβρίου, άρχισε το δεύτερο κύμα της επίθεσης. Νωρίς το απόγευμα γκρεμίστηκε το δυτικό τείχος της Μονής από τις βολές του πυροβόλου και οι επιτιθέμενοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, αρχίζοντας τη μεγάλη σφαγή.

Στη μπαρουταποθήκη της μονής γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος και μία ακόμα ένδοξη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Ο Κωστής Γιαμπουδάκης ή κατ' άλλους ο Εμμανουήλ Σκουλάς την ανατίναξε, σκορπίζοντας το θάνατο, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εισβολείς. Αμέσως μετά, οι Τουρκοκρητικοί και οι Αλβανοί όρμησαν και κατέσφαξαν όσους είχαν διασωθεί, ενώ έκαψαν τον ναό και λεηλάτησαν τα ιερά κειμήλια.

Από τους Έλληνες που βρίσκονταν στη Μονή, μόνο 3 ή 4 κατόρθωσαν να διαφύγουν, ενώ περίπου 100 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Μεταξύ αυτών και ο Δημακόπουλος, που εκτελέστηκε λίγο αργότερα. Ο ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου Γαβριήλ Μαρινάκης είχε σκοτωθεί πριν από την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης. Οι νεκροί και τραυματίες του Μουσταφά ανήλθαν σε 1.500 ή σε 3.000, σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς.

Το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, όπως είχε συμβεί με την καταστροφή των Ψαρών και την Έξοδο του Μεσολογγίου, συγκίνησε όλο τον χριστιανικό κόσμο κι ένα νέο κύμα φιλελληνισμού δημιουργήθηκε στην Ευρώπη. Σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι και ο Βίκτωρ Ουγκώ, πήραν θέση υπέρ του Κρητικού Αγώνα και ξένοι εθελοντές έσπευσαν να ενισχύσουν από κοντά την Επανάσταση. Σημαντικές ήταν και οι χρηματικές συνεισφορές από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, με προεξάρχοντα τον φιλέλληνα Σαμουήλ Χάου.

Η Κρητική Επανάσταση φυλλορρόησε τον Ιανουάριο του 1869, αλλά ο Σουλτάνος δεν μπόρεσε να καθυποτάξει ολοκληρωτικά τους Χριστιανούς της Κρήτης. Έτσι, υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων αναγκάστηκε να παραχωρήσει τον «Οργανικό Νόμο» (3 Φεβρουαρίου 1868), ένα είδος Συντάγματος, που προέβλεπε προνόμια για τους χριστιανούς και καθεστώς ημιαυτονομίας για το νησί. Η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα πήρε αναβολή για το 1912.









Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/337?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=sinevi_san_simera&utm_term=2022-11-09

© SanSimera.gr