Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Το παλιό μπακάλικο





Γράφει ο Υπτγος ε.α. Χρήστος Μπολώσης

Αφορμή για τι σημερινό σημείωμα έδωσε το παρακάτω κείμενο του κ. Δημήτρη Τσιγάρα. Διαβάστε το και τα ξαναλέμε.

Το παλιό μπακάλικο του Νικόλα Καραθανάση

(Του κ. Δημήτρη Τσιγάρα από το http://roykoymoykoy.blogspot.gr/)

Ένα κατάστημα που ήταν συνδεδεμένο, παλιότερα, με τη ζωή των κατοίκων του Βαλτινού, ήταν το μπακάλικο του Νικόλα Καραθανάση.

Σ’ αυτό το μαγαζάκι χτυπούσε ο παλμός της ζωής των κατοίκων για πολλές δεκαετίες.

Άρχισε τη λειτουργία του το 1960, υπό την διεύθυνση του Νικόλαου Καραθανάση και εκεί εργάζονταν όλη η οικογένειά του. Ήταν για την εποχή του, ένα αξιόλογο καφεπαντοπωλείο με ποικίλα προϊόντα, από τρόφιμα και ποτά έως υποδήματα, γυαλικά, εγχώρια προιόντα, είδη οικοδομών και γραφικής ύλης.

Είχε και την αντιπροσωπεία της μπύρας ΚΑΡΟΛΟΣ ΦΙΞ Α.Ε.

Όλα τα είδη ήταν εκτεθειμένα σε όλες τις μεριές του μπακάλικου μέσα σε ανοιχτά βαρέλια και τσουβάλια, όπως το ρύζι, η ζάχαρη, το αλεύρι δίπλα στη ναφθαλίνη, το στάρι, το τσάι του βουνού, η ποτάσα κ.α.

Στη μέση υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος με μια μόστρα (βιτρίνα), μέσα στην οποία ήταν στοιβαγμένα τα κεφαλοτύρια, τα κασέρια, τα σαλάμια αέρος, ενώ δίπλα στον πάγκο το βαρέλι με το τυρί και οι γκαζοτενεκέδες με το βούτυρο.

Κάπου στο βάθος υπήρχε ένα μεγάλο τεπόζιτο και αραδιασμένα στη σειρά σιδερένια βαρέλια γεμάτα λάδι κάθε ποιότητας. Στα ράφια του ήταν τοποθετημένα τα χαρτικά, τα απορρυπαντικά, οι κονσέρβες, τα ποτά κ.α.

Πιο πέρα βαρέλια με κρασί και πλάι σ’ αυτά άλλο βαρέλι με πετρέλαιο και εκείνες οι στρόγγυλες με αχυρένια πλέξη δαμιτζάνες γεμάτες τσίπουρο και οινόπνευμα, ενώ καταγής υπήρχαν λογιών – λογιών μέτρα, όπως η οκά, η μισή, το κατοστάρι, το πενηνταράκι.

Ενώ μέσα στο χώρο διαχέονταν μια ανάμιχτη μυρωδιά, που προέρχονταν από τον μπακαλιάρο, την ναφθαλίνη, το τσίπουρο, τα τυριά, το πετρέλαιο, τα λουκάνικα, το οινόπνευμα κλπ.

Άλλωστε η μυρουδιά ήταν αναπόφευκτη εξ αιτίας αυτών των ετερόκλιτων προϊόντων που υπήρχαν τότε σε κάθε μπακάλικο.

Από το 1969 έως το 1983 την εκμετάλλευση του καφεπαντοπωλείου ανέλαβε ο Ευάγγελος Βότσιος με την οικογένειά του.

Το παλιό καφεπαντοπωλείο λειτουργούσε τώρα παράλληλα και σαν ψησταριά και ουζοπωλείο, καθώς και ως κρεοπωλείο.

Πολλές φορές εκεί σερβίριζαν κρασί, τσίπουρο, και μεζέδες, όπως κοκορέτσι, κεμπάπ, σουβλάκια, ελιές, ντομάτα, τυρί, σαλάμι, αυγά, ψάρι σε κονσέρβα, τηγανητό μπακαλιάρο, κα.

Η πρώτη τηλεόραση στο χωριό εκεί πρωτοεμφανίστηκε και η πελατεία αυξήθηκε κατακόρυφα.

Εκεί υπήρχε και το κοινοτικό τηλέφωνο και εξυπηρετούσε τις τηλεπικοινωνιακές ανάγκες όλων των κατοίκων του Βαλτινού.

Κατά καιρούς την διεύθυνση του καταστήματος την ανέλαβαν διάφοροι επαγγελματίες οι οποίοι το λειτούργησαν πότε σαν ταβέρνα, και πότε σαν καφενείο.

(Σημείωση: Το κείμενο αναφέρεται στο χωριό Βαλτινό Τρικάλων)

Αυτό ήταν το γλαφυρότατο κείμενο του κ. Δημ. Τσιγάρα, το οποίο στάθηκε αφορμή να θυμηθώ  τα παλιά μπακάλικα της Αθήνας και όχι μόνο, κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας το ’50 με μέσα της δεκαετίας του 1960.

Μία παραστατικότατη εικόνα  αυτών των καταστημάτων, έχουμε από τη ταινία «Της κακομοίρας», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ντίνου Κατσουρίδη, παραγωγής 1963, με πρωταγωνιστή τον «υποδιευθυντή» Κώστα Χατζηχρήστο.  Αναφέραμε το σενάριο, αλλά σύμφωνα με μαρτυρίες, στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ο «Ζήκος» αυτοσχεδίαζε.

Μήπως λοιπόν τότε ήταν καλύτερα;

«Τα περασμένα ωραία χρόνια δεν λησμονώ». Έτσι έλεγε ένα τραγουδάκι του Νίκου Χατζηαποστόλου στην οπερέτα του «Το κορίτσι της γειτονιάς»,  που έγραψε το 1922. Σκεφτείτε το 1922 και νοσταλγούσαν τα περασμένα ωραία χρόνια, που κάπως έτσι, θα έφταναν μέχρι τις παρυφές του 1821…

Τα τελευταία  χρόνια βοηθούντων και των μνημονίων, ακούμε συχνά οι κάποιας ηλικία συνάνθρωποί μας να αναπολούν τα «ωραία παλιά χρόνια», που η ζωή ήταν πιο απλή και ανθρώπινη, με λιγότερες ανάγκες και όλοι είμαστε ευχαριστημένοι,  ευτυχισμένοι θα έλεγα, με αυτά τα λίγα που είχαμε.

Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους επειδή και εγώ είμαι κάποιας ηλικίας η ζωή τότε δεν ήταν πιο ωραία από τη σημερινή, πιο γραφική ναι πιο ωραία όχι και μη μου πει κάποιος μα τότε κοιμόμαστε με ανοιχτά παράθυρα διότι θα του απαντήσω ότι και τώρα αν θελήσουμε να σοβαρευτούμε λίγο και να διαφεντέψουμε τα του οίκου μας πάλι θα ξανανοίξουμε τα παράθυρά μας. Θυμηθείτε την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, πόσο είχε αλλάξει η ζωή μας προς το πολύ καλύτερο για ένα μήνα. Όσο διήρκεσαν οι Αγώνες. Και μετά ξανά στην μιζέρια.

Δεν καταλαβαίνω γιατί ο γεμάτος σκόνη και σκοτάδια συνοικιακός δρόμος ήταν καλύτερος και πιο ρομαντικός, από τον σημερινό με τα παρτέρια και τον όμορφο και διακριτικό φωτισμό. Είναι δύσκολο να δεχτώ, ότι ήταν πιο ωραίο το σπιτάκι που ζούσαμε στο Περιστέρι, το σκεπασμένο με πισσόχαρτο και που, μόνο η κουζίνα, όταν έβρεχε έσταζε σε 23 σημεία, τρέχοντας πανικόβλητοι με κατσαρόλες για να μαζεύουμε τα νερά, από το άνετο σημερινό. Βέβαια τότε η θέρμανση  έστω του μαγκαλιού δεν μας έλειπε, ενώ τώρα το καλοριφέρ… αργεί.

Αδύνατο να δεχτώ ότι το μπακάλικο του κυρ Στέλιου του Κρητικού με τα εκτεθειμένα σε κάθε λογική ζωύφια και σκόνες σακιά με όσπρια και σε πανηγυρίζοντα στίφη μυγών, τα τυροκομικά και αλλαντικά, ήταν καλύτερα από τα αντίστοιχα των συγχρόνων υπερκαταστημάτων.

Το ότι μπορεί τα σημερινά προϊόντα πριν φτάσουν στις φανταχτερές βιτρίνες, με τις εντυπωσιακές συσκευασίες, να έχουν κάπως «ταλαιπωρηθεί», είναι πολύ πιθανόν αλλά εκείνη η εικόνα της κόρης του κυρ-Ανέστη του μπακάλη, που όταν έκοβε για να ζυγίσει τη φέτα, έγλειφε μετά τα δάχτυλά της για να τα… απολυμάνει, μου έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα. Αλήθεια έχετε ακούσει κάτι για το Καρμίνιο; Για ψάξτε το λίγο!

Τότε λοιπόν τι συμβαίνει; Τίποτα δεν συμβαίνει. Απλώς τότε είμαστε νέοι και όταν είσαι νέος άλλα πράγματα σε απασχολούν πολύ περισσότερο από τη φάβα του κυρ Στέλιου ή τη φέτα της Ευαγγελίας. Άλλωστε δεν γνωρίζαμε για τα καλύτερα ή μάλλον τα γνωρίζαμε, αλλά μόνο από το σινεμά.

Και μετά τι έγινε; Έγινε αυτό που ήταν φυσικό να γίνει. Ήρθε η ανάπτυξη. Μερικές φορές στρεβλή, όπως η ανεξέλεγκτη αστυφιλία και η ασυδοσία της αντιπαροχής. Αλλά πάντοτε ισχύει το «ουδέν καλόν αμιγές κακού».

Και ξαφνικά φτάσαμε στο άλλο άκρο!

Πας μια βόλτα σε οποιαδήποτε γειτονιά, σε οποιαδήποτε γωνιά της Ελλάδος και τα πρώτα καταστήματα που συναντάς είναι τα pet shop και αυτά που πουλάνε είδη γάμου και βαφτίσεων, τα περισσότερα από τα οποία βοηθούν και στη διοργάνωση των τελετών αυτών.

Ας πάρουμε τα πράγματα ένα-ένα.

Τα pet shop είναι τα γνωστά καταστήματα που πωλούν κατοικίδια ζωάκια αλλά και τροφές και διάφορα αξεσουάρ (λουριά, κλουβιά, φίμωτρα, τσατσάρες κ.λπ.). Τα άλλα, τα καταστήματα γάμων και βαφτίσεων είναι αυτά που κάνουν την τρίχα τριχιά κι έφτασαν ένα γάμο, που στοίχιζε κάποιες χιλιάδες δραχμές, όσο δηλαδή κόστιζαν τον ενοικιασμένο νυφικό, οι τούλινες μπομπονιέρες και το ψητό στον φούρνο, πάντα παγωμένο διότι το είχαν πάρει από ώρα από τον φούρνο της γειτονιάς, τώρα να κοστίζει 5.000 € για να πιείς σαγκρία και να φας ταμπουλέ…

Και τώρα τι γίνεται; Τώρα που τα μνημόνια κατέστησαν  σχεδόν απαγορευτικά για τα κανίς με τα κομμωτήρια και τα πεντικιούρ, για τα βαφτίσια με τους κλόουν και τους ταχυδακτυλουργούς, αλλά και για τους γάμους με τις γνωστές αμερικανιές;

Τώρα θα πρέπει σιγά-σιγά σεμνά και ταπεινά να ξαναγυρίσουμε στα ήθη και έθιμά   μας.  Να ξαναθυμηθούμε το οικογενειακό και όχι οικουμενικό, τραπέζι του γάμου και να ξεχάσουμε τις τούρτες και τα φωτορυθμικά. Κι εμείς που παντρευτήκαμε χωρίς welcome drink, ταμπουλέ και τούρτες μία χαρά είμαστε. Άλλωστε ο κλασικός ελληνικός γάμος, είναι αυτός που απεικονίζεται στις παλιές ελληνικές ταινίες με τα γλέντια στις αυλές ή στις ταβέρνες της γειτονιάς και όχι στα κρίματα που πληρώνεις 120 € το άτομο, για αέρα κοπανιστό.

Δεν λέω είναι πολύ πιο εύκολο να πάει κάποιος από το 10 στο 100, παρά από το 100 στο 90 και υποχρεωθήκαμε και ακόμα υποχρεούμαστε  να πάμε από το 100 στο 40 και στο 30. Είναι πολύ δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο.







https://www.antinews.gr/161092/ellada/to-palio-mpakaliko/