Σαφή μηνύματα στέλνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο προσέρχεται ενεργά στον διάλογο για την αναθεώρηση και ξεκαθαρίζει ότι η δικαστική ανεξαρτησία στην Ελλάδα «υπερκαλύπτει αξιοζήλευτα τα καθιερωμένα διεθνή πρότυπα», ενώ προειδοποιεί ότι «τυχόν διατάραξη της αρμονίας του υφιστάμενου συστήματος θα συνιστούσε σοβαρή οπισθοχώρηση» - Σημειώνεται παράλληλα ότι «δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις κρίσεις που βίωσε η χώρα»
Στο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση προσέρχεται το Συμβούλιο της Επικρατείας, καθώς ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μιχάλης Ν. Πικραμένος, απέστειλε τις επίσημες προτάσεις του σώματος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων.
Η θεσμική αυτή παρέμβαση συνοδεύεται από μια εκτενή επιστολή, ενώ από το περιεχόμενό της δεν λείπουν και κάποια μηνύματα μέσω της επιστολής του προέδρου, τα οποία στρέφονται προς πολλαπλούς αποδέκτες του πολιτικού συστήματος.
Παράλληλα, τα σχετικά πρακτικά της Διοικητικής Ολομέλειας μαζί με το υλικό τεκμηρίωσης πρόκειται να αναρτηθούν την επόμενη εβδομάδα στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου, εκκινώντας και επίσημα τη συμμετοχή των ανώτατων δικαστών στην κορυφαία αυτή πολιτειακή διαδικασία.
Η συμπλήρωση 50 ετών από την ψήφιση του Συντάγματος αποτελεί για το Δικαστήριο την κατάλληλη αφορμή και αφετηρία για αναστοχασμό, ακόμη και χωρίς την προαναγγελία επικείμενης έναρξης της διαδικασίας για την αναθεώρησή του. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ξεκαθαρίζει ότι η πρωτοβουλία και η ευθύνη, τόσο για το προϊόν της διαδικασίας αυτής όσο και για την ίδια την κίνησή της, δεν ανήκουν στη δικαστική εξουσία. «Καθήκον και ευθύνη του δικαστή είναι μόνο η πιστή τήρηση του Συντάγματος. Ως εκεί – και μόνο – φθάνει η δική του νομιμοποίηση» επισημαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
Μέσα από το κείμενο φωτίζεται η σημασία του καταστατικού χάρτη για τη χώρα, καθώς «δια του Συντάγματος συγκροτούμε, ως Λαός, την συλλογική μας ταυτότητα, ως κυρίαρχη πολιτική οντότητα, και καθορίζουμε, δεσμευτικά, τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις σχηματισμού της κοινής μας βούλησης, τα θέματα που επιτρέπεται να αποτελέσουν αντικείμενο κοινής βούλησης (και αντιστρόφως αυτά που παραφυλάσσονται στην ατομική βούληση του κάθε ενός από εμάς) και τα όρια του επιτρεπτού περιεχομένου αυτής της κοινής βούλησης» επισημαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Με αυτό τον τρόπο μπαίνει ένα ξεκάθαρο πλαίσιο στις επιχειρούμενες αλλαγές, αφού «χωρίς αυτά τα όρια, Σύνταγμα δεν υπάρχει, ούτε και συντεταγμένη πολιτική κοινότητα. Υπάρχει μόνο αυθαίρετη επιβολή» επισημαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
Καθώς η δικαιοσύνη αποτελεί τον φύλακα αυτών των ορίων, το ΣτΕ αναγνωρίζει το βάρος και την ευθύνη να στοχάζεται και να διαπιστώνει τη συνταγματική θωράκιση της αποστολής του. Αυτή η επαγρύπνηση αφορά κατ’ εξοχήν το Συμβούλιο της Επικρατείας, επειδή στο πλαίσιο των διοικητικών διαφορών αναφύονται τα μείζονα ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας. Ιστορικά, στο ΣτΕ έχει περιέλθει «ο συνταγματικά ευαίσθητος ρόλος να λειτουργεί ως το κατ’ εξοχήν Δικαστήριο συνταγματικών διαφορών, αλλά με τις υποχρεώσεις νηφαλιότητας, μετριοπάθειας και αυτοσυγκράτησης που συνοδεύουν την αμιγώς δικαστική του φύση και την συγκρότησή του αποκλειστικά από δικαστές που σταδιοδρομούν περιβεβλημένοι με εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας», διαχωρίζοντας τη θέση του από «άλλα πρόσωπα ή όργανα με πολιτική προέλευση» που «θα λειτουργούσαν ασφαλώς διαφορετικά και θα δημιουργούσαν άλλες ισορροπίες στο πολίτευμα», όπως τονίζει ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
«Κανένα συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί να προστατεύσει από τη γενικευμένη καταφρόνηση των θεσμών»
Με αυτό το πνεύμα ευθύνης, επιστημονικής μετριοπάθειας και σεβασμού στην παράδοση, το Δικαστήριο προσέρχεται στην ανάλυση, τη μελέτη και τον αναστοχασμό των διατάξεων που άπτονται των αρμοδιοτήτων του. Το οφείλει, όπως αναφέρεται, «στο πνεύμα νηφαλιότητας, μετριοπάθειας, και αυτοσυγκράτησης που διαπνέει τις εργασίες της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975 και το ίδιο το συνταγματικό κείμενο, στην σοφία και την ισορροπία που διασφάλισαν την ανθεκτικότητα και την αντοχή του στο χρόνο». Σημειώνεται μάλιστα ότι οι πολιτικές κρίσεις από τον διχασμό του 1915 μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974 μας έκαναν να ξεχνούμε τις βαθιές ρίζες του κοινοβουλευτισμού μας, υπερτονίζοντας τις καθημερινές αδυναμίες. Ωστόσο, τονίζεται με έμφαση ότι «κανένα συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε από την γενικευμένη καταφρόνηση των θεσμών, ούτε από την βία. Δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις πολιτικές και πολιτειακές κρίσεις που βίωσε η χώρα», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται.
Αντίστοιχη σοφία χαρακτηρίζει το έργο της αναθεωρητικής Βουλής του 1975, καθώς «οι συνταγματικές διατάξεις εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν, και δεν ευρέθησαν ελλιπείς ούτε κατά την δύσκολη συγκυρία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης» τονίζει ο πρόεδρος του ΣτΕ. Η διαχείριση και πρόληψη των κρίσεων αποτελούν έργο της πολιτικής, όμως σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου «το Σύνταγμα δεν ευρέθη λιποβαρές» επισημαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Η αντοχή του συνδέεται άρρηκτα με το πλέγμα δικαιοκρατικών εγγυήσεων, όπως η ισοτιμία των τριών εξουσιών, οι «προσωπικές και λειτουργικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, και η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης και του ελέγχου συνταγματικότητος των νόμων, όπως έχουν κατοχυρωθεί στην υπεραιωνόβια συνταγματική μας παράδοση» επισημαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
«Η δικαστική ανεξαρτησία στην Ελλάδα υπερκαλύπτει αξιοζήλευτα τα καθιερωμένα διεθνή πρότυπα»
Αυτό το σύστημα έχει καταξιωθεί στον χρόνο και μόνο σημειακές βελτιώσεις επιδέχεται. Η συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων κατοχυρώνεται ήδη νομοθετικά, ενώ η δικαστική ανεξαρτησία προστατεύεται κατά τρόπο που «υπερκαλύπτει αξιοζήλευτα τα καθιερωμένα διεθνή πρότυπα» υπογραμμίζει ο Μιχάλης Πικραμένος, προειδοποιώντας ότι «τυχόν διατάραξη της αρμονίας του υφιστάμενου συστήματος, όπως έχει οργανωθεί, αυτοτελώς ανά κλάδο δικαιοδοσίας, με την εγγύηση των Ολομελειών των οικείων Ανωτάτων Δικαστηρίων, θα συνιστούσε σοβαρή οπισθοχώρηση» σημειώνεται χαρακτηριστικά. Παράλληλα, η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης με κέντρο το ΣτΕ, η κατανομή εργασιών, η πρότυπη δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα ρυθμίζονται αποτελεσματικά από τον κοινό νόμο, διασφαλίζοντας ότι η επίλυση των συνταγματικών διαφορών γίνεται «επικαίρως και μετά λόγου γνώσεως, χωρίς σπουδή, και εν όψει των πραγματικών συνεπειών της εφαρμογής του νόμου» αναφέρει η επιστολή.
Αναγνωρίζοντας ότι «κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν είναι, και δεν χρειάζεται να είναι, τέλειο» δηλώνει η δικαστική πλευρά, η εισήγηση υπογραμμίζει ότι για να αντέξει απαιτείται «να μπορεί να δει την μεγάλη εικόνα, πέρα από την στενή και άμεση περίσταση» συμπληρώνει ο συντάκτης της. Η συγκυρία του 1975, που επέτρεψε στους πατέρες του Συντάγματος να υψωθούν πάνω από τις περιστάσεις, ήταν ιστορικά μοναδική και οι συνθήκες εκείνες δεν είναι ευκταίο να επαναληφθούν. Χωρίς αυτές τις ιδιαίτερες περιστάσεις, το κείμενο επιδέχεται μόνο οριακές βελτιώσεις, καθώς πέρα από αυτές ελλοχεύει ο κίνδυνος κλονισμού της ισορροπίας του. Για τον λόγο αυτό, η παρέμβαση κορυφώνεται με ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «όχι μόνο ο σεβασμός και η τήρηση, αλλά και η σεμνότητα ενώπιον του ισχύοντος Συντάγματος είναι, τελικά, ζήτημα πατριωτισμού των Ελλήνων» διαμηνύει ο Μιχάλης Πικραμένος. Με αυτό το πνεύμα, το Συμβούλιο της Επικρατείας καταθέτει εν Ολομελεία τα πορίσματά του στον δημόσιο διάλογο, στοχεύοντας στη νηφάλια αναζήτηση λύσεων «οι οποίες θα εμπλουτίσουν το συνταγματικό οικοδόμημα με νηφαλιότητα και αίσθημα ευθύνης απέναντι στο ιστορικό παρελθόν της χώρας αλλά και στις προκλήσεις της εποχής μας» καταλήγει η θεσμική παρέμβαση.
πηγή: https://daily.nb.org/featured/ste-zitima-patriotismou-i-semnotita-enopion-tou-syntagmatos-anoigei-ta-chartia-tou-enopsei-tis-epikeimenis-anatheorisis/




