Ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι δεν επιθυμεί κάποια (αμερικανική) παρέμβαση στην διμερή συζήτηση με την Τουρκία. Προφανώς το λέει επειδή θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι προς το συμφέρον μας. Το θέμα είναι ότι εδώ και μερικές εβδομάδες, η εμπλοκή των ΗΠΑ έχει προαναγγελθεί από τον έμπιστο του Ντόναλντ Τραμπ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ
Αγγελος Κωβαίος
Ηταν αυτές οι φράσεις του Πρωθυπουργού που μάλλον θα πρέπει να προσεχτούν περισσότερο από όλες στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ (02.02): «Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι αυτοτελείς.
Θα έχω την ευκαιρία να βρεθώ στην Αγκυρα τις επόμενες εβδομάδες και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ – και νομίζω ότι αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία – ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες».
Εχει προφανώς τους λόγους του όταν λέει κάτι τέτοιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ερώτηση ήταν αν τον ανησυχεί μία ενδεχόμενη παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στον ελληνοτουρκικό διάλογο.
Συμπεραίνει κανείς λογικά, ότι δεν επιθυμούμε επιδιαιτητή ή διαμεσολαβητή, επειδή θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι προς το συμφέρον μας. Αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό, θα επιδιώκαμε μία διαμεσολάβηση.
Δεν είναι όμως βέβαιον ότι το ίδιο ισχύει στην παρούσα συγκυρία και για την Τουρκία, η οποία άλλωστε θα προσερχόταν σε μία συζήτηση με επιθετική, μαξιμαλιστική και επιθετική διάθεση, σε αντίθεση με την Ελλάδα.
Η Τουρκία δεν έχει κάτι να χάσει, η Ελλάδα είναι σε μία ιδιότυπη αμυντική θέση. Πόσο ρεαλιστική είναι όμως η ελληνική προσπάθεια αποφυγής μίας αμερικανικής διαμεσολάβησης, σε μία πιθανολογούμενη διαδικασία επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών;
Ο Πρωθυπουργός επισημαίνει, ορθώς, ότι η όποια διαδικασία με αντικείμενο αποκλειστικά την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ νοείται μόνο στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Ομως ούτε η Τουρκία (ούτε οι ΗΠΑ) μπορούν να θεωρηθούν ως φωτεινά παραδείγματα σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Και δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει την προσωπική σχέση του Ερντογάν με τον Τραμπ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα κοινά τους συμφέροντα και το επίπεδο της μεταξύ τους επικοινωνίας. Ολοι θυμούνται τον επικοινωνιακό θρίαμβο της συνάντησής του με τον Ερντογάν το προηγούμενο φθινόπωρο στον Λευκό Οίκο.
Αγγελος Κωβαίος 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026, 09:20 Ηταν αυτές οι φράσεις του Πρωθυπουργού που μάλλον θα πρέπει να προσεχτούν περισσότερο από όλες στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ (02.02): «Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι αυτοτελείς. Θα έχω την ευκαιρία να βρεθώ στην Αγκυρα τις επόμενες εβδομάδες και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ – και νομίζω ότι αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία – ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες
Εχει προφανώς τους λόγους του όταν λέει κάτι τέτοιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ερώτηση ήταν αν τον ανησυχεί μία ενδεχόμενη παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στον ελληνοτουρκικό διάλογο. Συμπεραίνει κανείς λογικά, ότι δεν επιθυμούμε επιδιαιτητή ή διαμεσολαβητή, επειδή θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι προς το συμφέρον μας. Αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό, θα επιδιώκαμε μία διαμεσολάβηση.
Δεν είναι όμως βέβαιον ότι το ίδιο ισχύει στην παρούσα συγκυρία και για την Τουρκία, η οποία άλλωστε θα προσερχόταν σε μία συζήτηση με επιθετική, μαξιμαλιστική και επιθετική διάθεση, σε αντίθεση με την Ελλάδα. Η Τουρκία δεν έχει κάτι να χάσει, η Ελλάδα είναι σε μία ιδιότυπη αμυντική θέση.
Πόσο ρεαλιστική είναι όμως η ελληνική προσπάθεια αποφυγής μίας αμερικανικής διαμεσολάβησης, σε μία πιθανολογούμενη διαδικασία επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών;
Ο Πρωθυπουργός επισημαίνει, ορθώς, ότι η όποια διαδικασία με αντικείμενο αποκλειστικά την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ νοείται μόνο στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Ομως ούτε η Τουρκία (ούτε οι ΗΠΑ) μπορούν να θεωρηθούν ως φωτεινά παραδείγματα σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Και δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει την προσωπική σχέση του Ερντογάν με τον Τραμπ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα κοινά τους συμφέροντα και το επίπεδο της μεταξύ τους επικοινωνίας. Ολοι θυμούνται τον επικοινωνιακό θρίαμβο της συνάντησής του με τον Ερντογάν το προηγούμενο φθινόπωρο στον Λευκό Οίκο.
Οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δεν δικαιολογούν βεβαιότητες για τον ρόλο του αμερικανικού παράγοντα και ειδικότερα του Προέδρου Τραμπ. Υπάρχει όμως και ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: ο πρεσβευτής των ΗΠΑ (ακριβέστερα: ο απεσταλμένος του Τραμπ) στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ. Πρόκειται για πρόσωπο με προσωπικές αναφορές στον αμερικανό Πρόεδρο, ο οποίος φαίνεται ότι διαδραματίζει έναν ρόλο πολύ πιο σύνθετο για τα όσα δρομολογούνται στην ΝΑ Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή. Υπό αυτό το πρίσμα δεν πρέπει να ξεχνά κανείς την βαρυσήμαντη παρέμβασή του, στο τέλος του 2025, μέσω της «Καθημερινής».
Εκεί είχε μεταξύ άλλων ανακοινώσει ότι προχωρούν οι συζητήσεις για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάγης, αλλά και ότι οι ΗΠΑ επιθυμούν να λειτουργήσουν ως «κονίαμα» και ως γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Ηταν μία σαφής δήλωση προθέσεων και δεν φάνηκε να αφήνει περιθώρια και επιλογές. Το ζήτημα συνεπώς είναι κατ’ αρχάς πότε θα τεθεί σε εφαρμογή το αμερικανικό σχέδιο.
Ενα άλλο θέμα είναι το πραγματικό επίπεδο επικοινωνίας μεταξύ Μητσοτάκη και Ερντογάν και αν αυτό αφήνει περιθώρια κινήσεων και στους δύο και, τελικά, το καθοριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιδιώξει ο Ντόναλντ Τραμπ να παίξει τον «γεφυροποιό», όπως έχει προαναγγείλει ο Μπάρακ.
Με λίγα λόγια, φαίνεται ότι ξεκινά μία περίοδος που απαιτεί μεγάλη προσοχή, προσεκτικό σχεδιασμό και προσήλωση σε μία εθνική στρατηγική. Κρίνοντας από τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο αμερικανός πρόεδρος, η περίοδος αυτή μάλλον δεν θα είναι μακρά. Και πιθανώς η επίσκεψή του στην Ελλάδα και την Τουρκία μέχρι το καλοκαίρι, αν όντως πραγματοποιηθεί, δεν θα είναι εθιμοτυπική.
Πηγή: Protagon.gr
Πηγή: Protagon.gr
Πηγή: Protagon.gr
.webp)


.jpg)
