Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

 



Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος E-mail: konmpalo@gmail.com WhatsApp Channel: https://whatsapp.com/channel/0029Vb87C9m2Jl8HfqccYV1y


Μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών κ. Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι οι εργασίες για την υλοποίηση του Great Sea Interconnector (GSI) θα επανεκκινήσουν και δεδομένων των αντιδράσεων που έχει ήδη εκδηλώσει η Τουρκία, το έργο εισέρχεται σε μια νέα φάση.

Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση γύρω από το έργο, αλλά το πώς θα διαχειριστεί η Ελλάδα το ενδεχόμενο η τουρκική αμφισβήτηση να μεταφερθεί από το επίπεδο των δηλώσεων στο επιχειρησιακό πεδίο.

Συνεπώς, τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

Το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, διότι η ουσία της στρατηγικής σχεδίασης και διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα πρόβλεψης του τρόπου με τον οποίο μπορεί να κινηθεί ο αντίπαλος, ούτε στην ύπαρξη ενός προκαθορισμένου σχεδίου αντίδρασης, μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο.

Βρίσκεται κυρίως, στην ύπαρξη ενός συστήματος το οποίο είναι σε θέση να λειτουργήσει αποτελεσματικά υπό διαφορετικά επίπεδα έντασης και διαφορετικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης, προσαρμόζοντας έγκαιρα τις αποφάσεις και τα διαθέσιμα εργαλεία του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να μπορεί να εντοπίσει έγκαιρα τις πρόδρομες ενδείξεις και τους δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης μιας ενδεχόμενης κρίσης, να επαληθεύσει τι πραγματικά συμβαίνει, να αξιολογήσει την πρόθεση του αντιπάλου και το επίπεδο της απειλής, να υποστηρίξει τη λήψη έγκαιρων στρατηγικών αποφάσεων και να διαχειριστεί την κλιμάκωση χωρίς να χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης.

Συνεπώς, η στρατηγική ετοιμότητα δεν προϋποθέτει μόνο την ακριβή πρόβλεψη της επόμενης κίνησης του αντιπάλου, αλλά την ύπαρξη ενός συστήματος που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά περισσότερες από μία πιθανές εξελίξεις.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ένα περιβάλλον ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπου μια δήλωση, μια NAVTEX, μια διπλωματική διαμαρτυρία ή ακόμη και μια επιχειρησιακή κίνηση στη θάλασσα μπορεί να αυξήσει την ένταση, χωρίς κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι έχει ήδη εκδηλωθεί κρίση.

Επομένως, το πρώτο βήμα ενός αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης κρίσεων δεν είναι η αντίδραση, αλλά η έγκαιρη αξιολόγηση του γεγονότος και η αποτίμηση του σχετικά με το εάν, και σε ποιο βαθμό, αυτό μεταβάλλει το επίπεδο της κρίσης.

Κατά τη φάση της αξιολόγηση της κατάστασης θα πρέπει να αξιολογηθεί:

v Ποιο ακριβώς είναι το γεγονός;

v Ποιος το προκάλεσε;

v Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα, επιχειρησιακή προειδοποίηση ή πραγματική παρεμπόδιση;

v Ποια είναι η πρόθεση;

v Ποιο είναι το επίπεδο του κινδύνου;

v Σε ποιο σημείο ένα επεισόδιο μετατρέπεται σε κρίση;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να έχει δοθεί πριν από την κρίση και όχι κατά τη διάρκειά της.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, στην περίπτωση επανέναρξης των εργασιών για το GSI, το πρώτο λάθος που θα μπορούσε να γίνει στη διαχείριση μιας πιθανής κρίσης, θα ήταν να μην γίνει σωστή αξιολόγηση της κατάστασης και να θεωρηθεί ότι κάθε τουρκική αντίδραση συνιστά αυτομάτως κρίση.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η παρεμπόδιση του έργου από μέρους της Τουρκίας, ως επιχειρησιακό γεγονός, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει εκδηλωθεί εθνική κρίση.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το επίπεδο της παρεμπόδισης, η ένταση, η διάρκεια, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται και κυρίως, η δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης και της κλιμάκωσης.

Βάσει της αξιολόγησης των ανωτέρω δεδομένων θα πρέπει να γίνει η λήψη στρατηγικών αποφάσεων σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης.

Θα πρέπει δηλαδή, να προσδιοριστεί ποιος είναι ο επιδιωκόμενος πολιτικός και στρατηγικός στόχος (ΑΝΣΚ) και ποιο μείγμα διπλωματικών, επιχειρησιακών, νομικών και επικοινωνιακών εργαλείων απαιτείται για την επίτευξή του.

Η αντίδραση επομένως, δεν πρέπει να αποτελεί αυτόματο αποτέλεσμα της κλιμάκωσης, αλλά επιλογή που υπηρετεί συγκεκριμένο πολιτικό και στρατηγικό σκοπό.

Τέλος, κάθε σχέδιο διαχείρισης κρίσης πρέπει να περιλαμβάνει εξαρχής μηχανισμούς αποκλιμάκωσης και εξόδου από την κρίση, καθώς και διαδικασίες αξιολόγησης και αποτίμησης της κρίσης με στόχο την αξιοποίηση των διδαγμάτων και την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας.

Συνεπώς, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους λήπτες αποφάσεων στην Ελλάδα, ότι η έναρξη μιας κρίσης ή σύγκρουσης στο επιχειρησιακό πεδίο χωρίς σαφή αντίληψη για το πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να τερματιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε μια δυναμική κλιμάκωσης που είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί από ότι αρχικά εκτιμήθηκε.

Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν τα επίπεδα αντίδρασης βάσει των ορίων κλιμάκωσης, ώστε η εξέλιξη της κρίσης να μην οδηγεί αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, αλλά να αντιμετωπίζεται μέσα από μια προοδευτική και ελεγχόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Για παράδειγμα, διαφορετική διαχείριση απαιτεί μια τουρκική δημόσια δήλωση, μια NAVTEX, η ανάπτυξη ναυτικών μονάδων, η παρουσία πολεμικού πλοίου κοντά σε ερευνητικό σκάφος, μια επικίνδυνη προσέγγιση ή παρενόχληση, η πραγματική παρεμπόδιση των εργασιών και ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο.

Συνεπώς, η Ελλάδα χρειάζεται ένα ολιστικό και κλιμακωτό σύστημα σχεδίων και επιλογών, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης που θα βασίζεται στη λογική ότι όσο αυξάνεται η ένταση, πρέπει να προσαρμόζεται αντίστοιχα και η ένταση της αντίδρασης, χωρίς όμως η προσαρμογή αυτή να οδηγεί σε αυτόματη ή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι χρήσιμο να αξιολογηθούν τα πιθανά σενάρια αντίδρασης της Τουρκίας στην επανέναρξη των εργασιών για τον GSI.

Συγκεκριμένα, οι πιθανές επιλογές της Άγκυρας ανάλογα με το βαθμό έντασης είναι:

Σενάρια χαμηλής έντασης:

v Ρητορική κλιμάκωση μέσω δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων και απαίτηση «προηγούμενου συντονισμού» με την Τουρκία για κάθε εργασία έρευνας ή πόντισης καλωδίου.

v Επικοινωνιακή προσπάθεια σύνδεσης του GSI με τις ευρύτερες τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

v Έκδοση NAVTEX που θα χαρακτηρίζουν τις περιοχές πόντισης ως «παράνομες» επειδή επικαλύπτουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα.

v Διπλωματικές διαμαρτυρίες στις εταιρείες κατασκευής και στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, με στόχο την άσκηση πολιτικής πίεσης και προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως παραβάτης του διεθνούς δικαίου.

v Άσκηση πίεσης στα στελέχη των ξένων επενδυτών και κατασκευαστών με απειλές για αποκλεισμό τους από μελλοντικά ενεργειακά ή εμπορικά έργα εντός της Τουρκίας.

Σενάρια μεσαίας έντασης:

v Παρενοχλήσεις ελληνικών ή άλλων πλοίων που συμμετέχουν στις εργασίες, με ναυτικές ή εναέριες μονάδες και τη μετάδοση «οδηγιών αποχώρησης», υποστηρίζοντας ότι τα πλοία βρίσκονται σε τουρκική υφαλοκρηπίδα.

v Πρακτικές παρεμπόδισης (Risk Maneuvers) με παρεμβολές στις επικοινωνίες, επικίνδυνους ελιγμούς ή δημιουργία ναυτικού συνωστισμού γύρω από το πλοίο που εκτελεί τις εργασίες, ώστε να αυξηθεί το ασφαλιστικό και επιχειρησιακό ρίσκο για την εταιρεία, εξαναγκάζοντάς την σε προσωρινή αναστολή εργασιών.

v Ανάπτυξη τουρκικών ερευνητικών ή άλλων πλοίων σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο τη δημιουργία επιχειρησιακής πίεσης και αμφισβήτησης.

v Ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή χωρίς άμεση πρόκληση θερμού επεισοδίου.

v Έκδοση αντι-NAVTEX από την Τουρκία που θα δεσμεύει τις ίδιες περιοχές για δήθεν «στρατιωτικές ασκήσεις», επιχειρώντας να δημιουργήσει τεχνητό συνωστισμό και κίνδυνο ατυχήματος.

v Συνδυασμός επιχειρησιακών ενεργειών με διπλωματικές και επικοινωνιακές κινήσεις, ώστε να αυξηθεί το κόστος συνέχισης των εργασιών.

Σενάρια υψηλής έντασης:

v Σημαντική ενίσχυση της τουρκικής ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας στην περιοχή.

v Άμεση επιχειρησιακή παρεμπόδιση των εργασιών μέσω ανάπτυξης πολεμικών πλοίων που θα απαιτούν την άμεση αποχώρηση του πλοίου που υλοποιεί την πόντιση καλωδίου υπό την απειλή χρήσης ισχύος.

v Επικίνδυνες προσεγγίσεις ή άλλες ενέργειες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος ή θερμού επεισοδίου (π.χ. παρενόχληση από τουρκικά drones / αεροσκάφη).

v Ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου σε θαλάσσιο ή εναέριο επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να μετατρέψει ένα αρχικά επιχειρησιακό ζήτημα σε ευρύτερη ελληνοτουρκική κρίση.

v Γεωπολιτική κλιμάκωση ευρείας κλίμακας με μια γενικευμένη κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα παραπάνω σενάρια δεν αποτελούν υποχρεωτικά γραμμική ακολουθία κλιμάκωσης, καθώς η Τουρκία θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό επίπεδο αντίδρασης, να συνδυάσει εργαλεία ή να μεταβεί από ένα επίπεδο σε άλλο, ανάλογα με τις συνθήκες και την εξέλιξη της κατάστασης.

Η επιλογή της αντίδρασης θα μπορούσε να επηρεαστεί από την ελληνική στάση, το εκτιμώμενο κόστος και όφελος κάθε επιλογής, την εσωτερική δυναμική στην Τουρκία, καθώς και από τη στάση της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Ισραήλ και άλλων εμπλεκόμενων παραγόντων.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI, η χρηματοδότηση και η συμμετοχή διεθνών επενδυτών και εταιρειών μπορούν να αυξήσουν το πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης, χωρίς όμως να αποκλείουν την εκδήλωση κρίσης.

Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστεί ένα εύρος πιθανών αντιδράσεων, από την απλή διπλωματική και επικοινωνιακή πίεση μέχρι τηνεπεισόδιο.

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ενιαίος μηχανισμός συντονισμού και λήψης αποφάσεων, με σαφή πολιτική καθοδήγηση και συνεχή σύνδεση του πολιτικού επιπέδου με το επιχειρησιακό.

Ειδικότερα, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να κινηθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα, προσαρμόζοντας τα διαθέσιμα μέσα και τους συντελεστές ισχύος της, ανάλογα με το επίπεδο και τη μορφή της τουρκικής αντίδρασης.

Συγκεκριμένα, η ελληνική στρατηγική αντίδραση θα πρέπει να αναπτυχθεί σε πέντε αλληλοσυμπληρούμενους άξονες όπως:

1. Επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτροπή:

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, απαιτείται αξιόπιστο σύστημα επιτήρησης, προστασίας και ετοιμότητας, με σαφή κριτήρια ενεργοποίησης ανάλογα με το επίπεδο κλιμάκωσης.

Παράλληλα, απαιτείται συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και τους εμπλεκόμενους φορείς για την προστασία του προσωπικού, των πλοίων και των κρίσιμων υποδομών του έργου.

Εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης της επιχειρησιακής παρουσίας, κατά προτεραιότητα με ελληνικές δυνάμεις και, όπου αυτό είναι εφικτό και αποφασιστεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων διμερών, ευρωπαϊκών ή συμμαχικών σχημάτων, με δυνάμεις της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

2. Διπλωματική και ευρωπαϊκή θωράκιση:

Η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του GSI και να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου δεν θα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά θα αξιολογείται και ως ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την προστασία ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών.

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ενημέρωση και ο συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και με τις χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου, μπορούν να αυξήσουν το διπλωματικό και πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

3. Νομική θωράκιση:

Η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει εξαρχής τεκμηριωμένη νομική θέση, η οποία να μπορεί να υποστηρίξει τη νομιμότητα των

ενεργειών της και να αντιμετωπίσει τις τουρκικές αιτιάσεις τόσο σε διμερές όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Η νομική προετοιμασία δεν αποτελεί, επομένως, απλώς εργαλείο αντίδρασης μετά την εκδήλωση της κρίσης. Αποτελεί στοιχείο της ίδιας της στρατηγικής ετοιμότητας.

4. Στρατηγική Επικοινωνία:

Η επικοινωνιακή διαχείριση θα πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με τη διπλωματική και επιχειρησιακή διαχείριση.

Βασικός στόχος δεν θα πρέπει να είναι η επικοινωνιακή αντιπαράθεση με την Τουρκία, αλλά η διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αξιολογηθεί η κρίση και οι ενδεχόμενες τουρκικές ενέργειες εφόσον εκδηλωθούν, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποδομές, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το βασικό μήνυμα θα πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις άξονες:

Ευρωπαϊκή υποδομή – διεθνές δίκαιο – ενεργειακή ασφάλεια – περιφερειακή σταθερότητα.

Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να αποφύγει τη διμεροποίηση του GSI και να αναδεικνύει συνεχώς ότι η υλοποίηση του έργου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσπάθειας για την ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας και ανθεκτικότητας.

5. Συντονισμός με εταίρους και συμμάχους:

Απαιτείται έγκαιρος συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις χώρες που έχουν άμεσο στρατηγικό ή οικονομικό ενδιαφέρον για την περιοχή και το έργο.

Η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο δημιουργίας ενός «κοινού μετώπου» απέναντι στην Τουρκία, αλλά ως μηχανισμός συντονισμού πολιτικών, διπλωματικών, νομικών και επιχειρησιακών επιλογών.

Η εμπλοκή διεθνών επενδυτών και εταιρειών, καθώς και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη του έργου, μπορούν παράλληλα να αυξήσουν το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

Με τον συνδυασμό των ανωτέρω μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική αξιοπιστία της, να περιορίσει τα περιθώρια ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να αυξήσει τις διαθέσιμες επιλογές της σε περίπτωση που η κρίση κλιμακωθεί.

Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο εργαλείου, αλλά σε ένα ολιστικό μείγμα αποτροπής, διπλωματίας, νομικής προετοιμασίας, επιχειρησιακής ετοιμότητας και Στρατηγικής Επικοινωνίας, το οποίο θα μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της κρίσης.

Εν κατακλείδι, η επανέναρξη των εργασιών για τον GSI δεν σημαίνει ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη γι’ αυτό, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο μιας κρίσης και κυρίως, για περισσότερες από μία μορφές και επίπεδα εξέλιξής της.

Γιατί, η πραγματική στρατηγική ετοιμότητα δεν μετριέται από το πόσο καλά γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ο αντίπαλος, αλλά από το πόσο καλά μπορούμε να διαχειριστούμε αυτό που τελικά θα συμβεί.

Στον GSI, επομένως, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να προστατεύσει ένα ευρωπαϊκό έργο.

Είναι να διασφαλίσει ότι, εφόσον προκύψει κρίση, θα διαθέτει τις πολιτικές, διπλωματικές, νομικές, επιχειρησιακές και επικοινωνιακές επιλογές για να τη διαχειριστεί, να ελέγξει την κλιμάκωση και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Κοντολογίς, η επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI, δεν θα κριθεί από το εάν θα αποδείξει ότι μπορεί να κλιμακώσει.

Θα κριθεί από το εάν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να χάσει τον έλεγχο της κλιμάκωσης, να προστατεύσει το έργο και τα συμφέροντά της, να διατηρήσει την ευρωπαϊκή διάσταση του GSI και να οδηγήσει την κατάσταση από την κρίση ξανά στη σταθερότητα

Ε.Α.Α.Σ στο ΜΤΣ: - Γιατί δεν εξετάζεται την πρόταση της ΕΑΑΣ, ακόμη και μετά την εντολή του κ. ΥΦΕΘΑ; - Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;


 

22 ώρ. 
ΜΤΣ: Γιατί δεν εξετάζεται την πρόταση της ΕΑΑΣ, ακόμη και μετά την εντολή του κ. ΥΦΕΘΑ; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;

Εδώ και 16 μήνες παραμένει σε εκκρεμότητα η πρόταση της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ) για νέο τρόπο υπολογισμού των μερισμάτων του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΜΤΣ).
Η ΕΑΑΣ καταγγέλλει ότι, παρά τις παρεμβάσεις και τις εντολές του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας, Θανάση Δαβάκη, η διαδικασία που θα επέτρεπε την ουσιαστική εξέταση της πρότασης δεν προχώρησε. Γιατί συμβαίνει αυτό και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την καθυστέρηση;
Η ανακοίνωση της ΕΑΑΣ, που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τους μερισματούχους του ΜΤΣ που αφορά τον τρόπο κατανομής των διαθέσιμων πόρων και τον υπολογισμό του μερίσματος που λαμβάνουν οι δικαιούχοι.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν η πρόταση της ΕΑΑΣ είναι σωστή ή εφαρμόσιμη.
Είναι πρωτίστως, γιατί δεν έχει εξεταστεί θεσμικά και τεκμηριωμένα, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Ένωση, υπήρξαν επανειλημμένες υπηρεσιακές ενέργειες και παρεμβάσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: Όταν ο αρμόδιος Υφυπουργός ζητά να προχωρήσει μια διαδικασία, ποιος μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα;
Ένα χρονολόγιο που απαιτεί απαντήσεις:
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η ΕΑΑΣ στην επίσημη ενημέρωσή της, η πρόταση για νέο τρόπο υπολογισμού των μερισμάτων κατατέθηκε στις 21 Μαΐου 2025 στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) και στο ΜΤΣ.
Στις 2 Ιουνίου 2025, το ΓΕΣ/Διεύθυνση Οικονομικού ζήτησε να αξιολογηθεί η πρόταση. Ακολούθησε προγραμματισμός παρουσίασής της για τις 25 Νοεμβρίου 2025, η οποία, σύμφωνα με την ΕΑΑΣ, τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Η Ένωση αναφέρει ότι τον Μάρτιο του 2026 υπήρξε παρέμβαση του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας, Θανάση Δαβάκη, ενώ τον Μάιο ακολούθησε νέο σχετικό έγγραφο του ΓΕΣ.
Στις 15 Μαΐου 2026, η πρόταση παρουσιάστηκε δημόσια σε ημερίδα στη ΛΑΕΔ.
Σύμφωνα πάντοτε με την ανακοίνωση της ΕΑΑΣ, στις αρχές Ιουλίου 2026 υπήρξε νέα παρέμβαση του Υφυπουργού, με στόχο να προχωρήσει η εξέταση του ζητήματος. Παρά ταύτα, η Ένωση εξακολουθεί να κάνει λόγο για στασιμότητα.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026
πραγματοποιήθηκε συνάντηση εκπροσώπων της ΕΑΑΣ με τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, ενώ στις 25 Σεπτεμβρίου απεστάλησαν επιστολές προς τον Υπουργό και τον Υφυπουργό.
Το χρονολόγιο, όπως το παρουσιάζει η ΕΑΑΣ, δείχνει ότι το θέμα έχει τεθεί επανειλημμένα σε υπηρεσιακό και πολιτικό επίπεδο.
Ωστόσο, μέχρι την έκδοση της ανακοίνωσης, η Ένωση εξακολουθούσε να ζητά ουσιαστική εξέταση της πρότασής της.
Τι προτείνει η ΕΑΑΣ για τα μερίσματα του ΜΤΣ;
Η πρόταση της ΕΑΑΣ αφορά τόσο τον τρόπο υπολογισμού του μερίσματος όσο και την κατανομή των πόρων μεταξύ των σχετικών φορέων.
Στον πυρήνα της βρίσκεται η ιδέα ενός ανταποδοτικού μερίσματος, συνδεδεμένου με τις εισφορές, σε συνδυασμό με ένα κοινό διανεμητικό μέρισμα.
Στόχος σύμφωνα με την Ένωση, είναι να διαμορφωθεί ένα σύστημα που θα λαμβάνει υπόψη τις καταβολές των μετόχων, χωρίς να παραγνωρίζει τον κοινό χαρακτήρα του Ταμείου.
Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης νέο επιμερισμό των πόρων που σχετίζονται με το ΜΤΣ, τον ΕΛΟΑΣ και τον ΕΚΟΕΜΣ. Όπως παρουσιάζεται στην ανακοίνωση, η προτεινόμενη κατανομή είναι 33% στον ΕΛΟΑΣ, 3% στο ΜΤΣ και 64% στον ΕΚΟΕΜΣ.
Πρόκειται για πρόταση της ΕΑΑΣ και όχι για ήδη θεσμοθετημένη αλλαγή. Η σκοπιμότητα, η οικονομική βιωσιμότητα και οι συνέπειές της χρειάζεται να αξιολογηθούν από τα αρμόδια όργανα, με πλήρη στοιχεία και σαφή τεκμηρίωση.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως, η παρατεταμένη εκκρεμότητα προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Μια πρόταση μπορεί να απορριφθεί, να τροποποιηθεί ή να κριθεί ανεφάρμοστη.
Εκείνο που δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θεσμική διαδικασία είναι η αδράνεια, χωρίς σαφή αιτιολόγηση και ενημέρωση των ενδιαφερομένων.
Η παρέμβαση του ΥΦΕΘΑ και το ερώτημα προς τον Πρόεδρο του ΜΤΣ.
Το πλέον κρίσιμο σημείο της ενημέρωσης της ΕΑΑΣ αφορά τις παρεμβάσεις του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας, Θανάση Δαβάκη.
Εφόσον όπως αναφέρει η ΕΑΑΣ, υπήρξαν εντολές και υπηρεσιακές ενέργειες για την εξέταση ή την παρουσίαση της πρότασης, είναι εύλογο να ζητείται μια καθαρή απάντηση για το τι ακολούθησε και γιατί δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία.
Ο πρόεδρος του ΜΤΣ είναι ίδιος το επίμαχο χρονικό διάταγμα και παραμένει στη θέση του. Συνεπώς το ερώτημα προς τη διοίκηση του Ταμείου παραμένει επίκαιρο: Για ποιον λόγο δεν έχει ολοκληρωθεί η εξέταση της πρότασης και ποια συγκεκριμένα εμπόδια έχουν ανακύψει;
Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι το ζήτημα εκκρεμεί. Οι μερισματούχοι δικαιούνται να γνωρίζουν αν η πρόταση έχει αξιολογηθεί, ποια είναι τα συμπεράσματα των αρμόδιων υπηρεσιών, αν έχουν εντοπιστεί νομικά ή οικονομικά προβλήματα και ποια είναι τα επόμενα βήματα.
Εάν η πρόταση έχει κριθεί μη εφαρμόσιμη, η διοίκηση οφείλει να εξηγήσει τους λόγους. Εάν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία ή μελέτες, πρέπει να προσδιοριστούν οι εκκρεμότητες και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσής τους.
Εάν υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, αυτές πρέπει να καταγραφούν και να αξιολογηθούν θεσμικά.
Αυτό που δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον είναι μια κατάσταση στην οποία η πρόταση παραμένει σε εκκρεμότητα, χωρίς οι ενδιαφερόμενοι να έχουν μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη απάντηση.
Ποιος ελέγχει την πορεία των εντολών;
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τον πρόεδρο του ΜΤΣ. Αφορά και την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας να παρακολουθεί αν οι οδηγίες της υλοποιούνται και αν οι υπηρεσιακές διαδικασίες ολοκληρώνονται.
Ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Θανάσης Δαβάκης, καλείται να διευκρινίσει ποιες ακριβώς ενέργειες ζήτησε, ποια ανταπόκριση υπήρξε και για ποιον λόγο, σύμφωνα με την ΕΑΑΣ, η διαδικασία δεν προχώρησε όπως αναμενόταν.
Αντίστοιχα, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, καλείται να ενημερώσει για το αποτέλεσμα της συνάντησης με την ΕΑΑΣ στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 και για το πώς προτίθεται να διασφαλίσει ότι το ζήτημα θα εξεταστεί με διαφάνεια και σαφές χρονοδιάγραμμα.
Δεν είναι ορθό να αποδίδονται ευθύνες ή σκοπιμότητες χωρίς πλήρη γνώση των υπηρεσιακών εγγράφων και των απαντήσεων όλων των εμπλεκομένων.
Είναι όμως, απολύτως θεμιτό να ζητείται λογοδοσία για μια υπόθεση που, σύμφωνα με την ΕΑΑΣ, παραμένει ανοιχτή επί 16 μήνες.
Η πολιτική ηγεσία οφείλει να απαντήσει αν οι σχετικές εντολές εκτελέστηκαν, αν υπήρξαν καθυστερήσεις και ποιος είναι υπεύθυνος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η διοίκηση του ΜΤΣ, από την πλευρά της, οφείλει να παρουσιάσει τη δική της θέση με στοιχεία και όχι με γενικές διαβεβαιώσεις.
Η ουσία είναι η δικαιοσύνη και η διαφάνεια.
Πίσω από την τεχνική συζήτηση για τα ποσοστά, τις κρατήσεις και τον τρόπο κατανομής των πόρων βρίσκονται οι ίδιοι οι μερισματούχοι.
Η συζήτηση αφορά την ανταποδοτικότητα των εισφορών, την αναλογικότητα στην κατανομή των πόρων και τη μεταχείριση διαφορετικών κατηγοριών δικαιούχων. Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν οικονομική τεκμηρίωση, θεσμική σοβαρότητα και πλήρη ενημέρωση.
Η πρόταση της ΕΑΑΣ δεν πρέπει ούτε να υιοθετηθεί άκριτα ούτε να παραμεριστεί χωρίς αιτιολόγηση.
Πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας, με συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα, σαφή κριτήρια και δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων στον βαθμό που επιτρέπεται από το θεσμικό πλαίσιο.
Το ζητούμενο δεν είναι να δικαιωθεί μια πλευρά σε μια διοικητική αντιπαράθεση. Είναι να διαπιστωθεί ποια λύση εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του Ταμείου και των δικαιούχων του.
Τα ερωτήματα που ζητούν απάντηση.
Με βάση όσα αναφέρει η ΕΑΑΣ, τα ερωτήματα προς τη διοίκηση του ΜΤΣ και την πολιτική ηγεσία είναι συγκεκριμένα:
- Έχει ολοκληρωθεί η ουσιαστική αξιολόγηση της πρότασης της ΕΑΑΣ; Αν ναι, ποιο είναι το αποτέλεσμα;
- Γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση που είχε προγραμματιστεί για τις 25 Νοεμβρίου 2025;
- Ποιες ενέργειες έγιναν μετά τις παρεμβάσεις του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2026;
- Υπάρχουν συγκεκριμένα νομικά, οικονομικά ή διοικητικά εμπόδια στην εφαρμογή της πρότασης; Αν ναι, ποια είναι αυτά;
- Πότε θα δοθεί επίσημη και τεκμηριωμένη απάντηση στην ΕΑΑΣ και στους μερισματούχους;
Οι απαντήσεις δεν είναι ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης. Είναι ζήτημα θεσμικής ευθύνης απέναντι στους ανθρώπους που δικαιούνται να γνωρίζουν πώς διοικείται το Ταμείο από το οποίο λαμβάνουν το μέρισμά τους.
Η σιωπή δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση.
Η ανακοίνωση της ΕΑΑΣ φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια εκκρεμότητα που απαιτεί καθαρή τοποθέτηση. Εάν η πρόταση δεν είναι βιώσιμη ή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, η διοίκηση του ΜΤΣ οφείλει να το τεκμηριώσει.
Εάν είναι αναγκαίες αλλαγές ή περαιτέρω μελέτες, πρέπει να προσδιοριστούν συγκεκριμένα βήματα και προθεσμίες.
Ο πρόεδρος του ΜΤΣ καλείται να εξηγήσει γιατί η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας καλείται να διευκρινίσει τι απέγιναν οι παρεμβάσεις που, σύμφωνα με την ΕΑΑΣ, πραγματοποίησε. Και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας καλείται να διασφαλίσει ότι θα υπάρξει θεσμική απάντηση.
Το βασικό ερώτημα παραμένει: Εφόσον η πρόταση έχει κατατεθεί, έχει ζητηθεί να αξιολογηθεί και έχει τεθεί επανειλημμένα υπόψη της πολιτικής ηγεσίας, γιατί εξακολουθεί να εκκρεμεί;
Οι μερισματούχοι δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν διαφάνεια, δίκαιη αντιμετώπιση και υπεύθυνη διοίκηση. Και δικαιούνται μια σαφή απάντηση, όχι άλλη μία παράταση της εκκρεμότητας.

Κυβέρνηση: - Οι έκτακτες επιδοτήσεις για την θέρμανση, το Diesel κίνησης και την αμόλυβδη


 


ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις της διεθνούς ενεργειακής κρίσης, η κυβέρνηση προχωρά σε νέα, ουσιαστικά μέτρα στήριξης των πολιτών. Με άμεσες μειώσεις στις τιμές των καυσίμων και αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης, περιορίζει την επιβάρυνση των νοικοκυριών και το κόστος των μετακινήσεων, ενισχύοντας περισσότερο εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

1. Τι δίνει το κράτος. Οι νέες επιδοτήσεις

Από τις 15 έως και τις 31 Οκτωβρίου, ενεργοποιούνται τρεις άμεσες κρατικές επιδοτήσεις στην αντλία:

  • 20 λεπτά ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης,
  • 15 λεπτά ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης (diesel),
  • 10 λεπτά ανά λίτρο στην αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων (από τις 17/10). 

Η επιδότηση εφαρμόζεται απευθείας στην τιμή πώλησης, χωρίς αιτήσεις ή εισοδηματικά κριτήρια. Το όφελος φτάνει άμεσα στον καταναλωτή.

Το κόστος των τριών παρεμβάσεων για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου ανέρχεται σε 46 εκατ. ευρώ.

2. Ακόμη μεγαλύτερη μείωση, με τις εκπτώσεις των διυλιστηρίων

Οι εκπτώσεις που ανακοίνωσαν νωρίτερα οι εταιρείες διύλισης προστίθενται στην κρατική επιδότηση διαμορφώνοντας το συνολικό όφελος ως εξής:

 

ΚαύσιμοΚράτοςΔιυλιστήριαΣυνολική μείωση
Πετρέλαιο θέρμανσης20 λεπτά20 λεπτά40 λεπτά/λίτρο
Diesel κίνησης15 λεπτά5 λεπτά20 λεπτά/λίτρο
Αμόλυβδη 9510 λεπτά10 λεπτά/λίτρο

 

Το κράτος και τα διυλιστήρια απορροφούν από κοινού 40 λεπτά από κάθε λίτρο πετρελαίου θέρμανσης και 20 λεπτά από κάθε λίτρο diesel κίνησης.

3. Πετρέλαιο θέρμανσης: Από το 1,95 ευρώ στο 1,55 ευρώ.

Πραγματικό κόστος κοντά στο 1,35 ευρώ για τους δικαιούχους του επιδόματος

Το πετρέλαιο θέρμανσης αναμένεται να ξεκινήσει να διατίθεται με μέση τιμή περίπου 1,95 ευρώ το λίτρο, με πιθανό εύρος από 1,90 έως 2 ευρώ, ανάλογα με την εξέλιξη των διεθνών τιμών.

Με τη συνδυασμένη παρέμβαση του κράτους και των διυλιστηρίων:

  • Η τιμή μειώνεται κατά 40 λεπτά το λίτρο.
  • Η εκτιμώμενη τιμή στην αντλία υποχωρεί στα 1,55 ευρώ το λίτρο (από 1,50 έως 1,60 ανάλογα με την εξέλιξη των διεθνών τιμών).
  • Για τα νοικοκυριά που δικαιούνται και το αυξημένο επίδομα θέρμανσης, το πραγματικό κόστος, με βάση τα παραπάνω, αντιστοιχεί σε περίπου 1,35 ευρώ το λίτρο.

Δηλαδή, για τους δικαιούχους του επιδόματος θέρμανσης, η συνδυαζόμενη κρατική στήριξη και η έκπτωση των διυλιστηρίων περιορίζουν σημαντικά το πραγματικό κόστος,  σε σχέση και με το 1,75 ευρώ/λίτρο που έκλεισε τον Απρίλιο. Για αυτούς τους δικαιούχους, η συνολική ελάφρυνση καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης.

4. Έκτακτη αύξηση 30% στο επίδομα θέρμανσης για ολόκληρο τον χειμώνα

Πέρα από τη μείωση της τιμής στην αντλία, η κυβέρνηση προχωρά σε οριζόντια αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027.

Η αύξηση αφορά όλες τις επιδοτούμενες μορφές ενέργειας: πετρέλαιο θέρμανσης, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, καυσόξυλα, πέλετ και τα υπόλοιπα επιλέξιμα καύσιμα.

  • Το ανώτατο επίδομα αυξάνεται από 1.200 σε 1.560 ευρώ.
  • Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια παραμένουν αμετάβλητα.
  • Το προηγούμενο έτος ενισχύθηκαν 1,17 εκατομμύρια νοικοκυριά για όλες τις μορφές θέρμανσης.
  • Περίπου 750.000 νοικοκυριά, δηλαδή σχεδόν το 60% όσων χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης, εκτιμάται ότι πληρούν τα κριτήρια για το σχετικό επίδομα.

Η ενίσχυση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς προστίθεται στην οριζόντια μείωση της τιμής στην αντλία.

Πρακτικά, ένα νοικοκυριό που θα δικαιούνταν επίδομα 500 ευρώ θα λάβει 650 ευρώ. Ένα νοικοκυριό με επίδομα πέρυσι 800 ευρώ, φέτος θα λάβει 1.040 ευρώ.

Η πλατφόρμα αιτήσεων αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η προκαταβολή, η οποία επίσης αυξάνεται κατά 30%, προβλέπεται να καταβληθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου 2026.

Το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος της αύξησης του επιδόματος υπολογίζεται σε 52 εκατ. ευρώ, με τον συνολικό προϋπολογισμό του να αυξάνεται από 173 σε 225 εκατ. ευρώ, βάσει των περσινών δεδομένων.

5. Διπλή προστασία των νοικοκυριών

Η νέα παρέμβαση περιλαμβάνει:

  • 46 εκατ. ευρώ για άμεσες επιδοτήσεις στα καύσιμα το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.
  • 52 εκατ. ευρώ πρόσθετους πόρους για την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% σε ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο.

Η φιλοσοφία των μέτρων είναι σαφής. Από τη μία οριζόντια παρέμβαση για να μειωθούν άμεσα οι τιμές και από την άλλη πρόσθετη, στοχευμένη ενίσχυση για τα νοικοκυριά που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Η κυβέρνηση στέκεται δίπλα στους πολίτες, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια να περιορίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην καθημερινότητά τους. Στόχος είναι να συγκρατήσει το κόστος των καυσίμων και της θέρμανσης, να ανακουφίσει τα νοικοκυριά από τις αυξήσεις και να προστατεύσει την αγοραστική δύναμη των οικογενειών.

Παράρτημα: Μέτρα για την αντιμετώπιση της Ενεργειακής Κρίσης έως σήμερα

  • Επιδοτήσεις καυσίμων στο δίκτυο με συνολικό κόστος 262 εκατ. ευρώ: (α) Επιδότηση του πετρελαίου κίνησης στο δίκτυο με 20 λεπτά (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) για τον Απρίλιο και Μάϊο, 15 λεπτά για τον Ιούνιο, 10 λεπτά για τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο και 15 λεπτά για τον Οκτώβριο, (β) επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης στο δίκτυο με 20 λεπτά (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Οκτωβρίου και (γ) επιδότηση της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων στο δίκτυο με 10 λεπτά (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Οκτωβρίου.
  • Αύξηση του επιδόματος θέρμανσης για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027 κατά 30% με εκτιμώμενο κόστος 52 εκατ. ευρώ.
  • Κάρτα καυσίμων (fuel pass) για την περίοδο Απριλίου-Μαΐου 2026 ύψους 60 ευρώ στις νησιωτικές περιοχές και 50 στην υπόλοιπη Ελλάδα με κόστος 113 εκατ. ευρώ.
  • Επιδότηση λιπασμάτων στο ύψος 15% των τιμολογίων για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες για την περίοδο 15 Μαρτίου-31 Αυγούστου 2026, με κόστος 48 εκατ. ευρώ.
  • Αποζημίωση ακτοπλοϊκών για υποχρεωτικές χρεώσεις εισιτηρίων με ετήσιο κόστος 60 εκατ. ευρώ.
  • Επιδότηση βιομηχανικού ρεύματος βάσει του πλαισίου CISAF/METSAF, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών στην εφοδιαστική αλυσίδα, υπό τον όρο τουλάχιστον 50% της επιδότησης να κατευθυνθεί σε επενδύσεις που μειώνουν τις εκπομπές CO₂ και το ενεργειακό κόστος, με εκτιμώμενο κόστος 95 εκατ. ευρώ (επιβαρύνει το 2027).
  • Έκτακτη ενίσχυση ύψους 150 ευρώ ανά παιδί τον Ιούνιο του 2026 που καταλαμβάνει το 80% των οικογενειών με παιδιά (1 εκατ. νοικοκυριά), με κόστος 232 εκατ. ευρώ.
  • Αύξηση των ορίων εισοδήματος για επιστροφή ενοικίου (από τα 20.000 στα 25.000 ευρώ και από τα 28.000 στα 35.000 συν 5.000 ευρώ το κάθε παιδί και για μονογονεϊκές 39.000 συν 5.000 ευρώ για κάθε παιδί μετά το πρώτο), καταλαμβάνει το 85% των ενοικιαστών (περίπου 70.000 ενοικιαστές επιπλέον, συνολικά 1 εκατ. ενοικιαστές), με ετήσιο κόστος 25 εκατ. ευρώ.
  • Το Απρίλιο ανακοινώθηκε διεύρυνση των εισοδηματικών ορίων των συνταξιούχων που λαμβάνουν τα 250 ευρώ (ώστε να καταλαμβάνει το 85% των συνταξιούχων). Επίσης ανακοινώθηκε η αύξηση της επιδότησης στα 300 ευρώ, με επιπλέον ετήσιο κόστος 215 εκατ. ευρώ. Με την διεύρυνση στο σύνολο των συνταξιούχων άνω των 65 ετών (2,2 εκατ. δικαιούχοι συνολικά) και την αύξηση σε 400 ευρώ που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ, το επιπλέον κόστος σε σχέση με το 2025 ανέρχεται σε 516 εκατ. ευρώ.

Συνολικό κόστος: 1,4 δισ. ευρώ εκ των οποίων 862 εκατ. έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης του ενεργειακού κόστους και 541 εκατ. η μόνιμη αύξηση της ενίσχυσης συνταξιούχων και της διεύρυνσης της επιστροφής ενοικίου. 

 

Πρωθυπουργός: - Στηρίζουμε την κοινωνία στο μέτρο των εθνικών μας δυνατοτήτων - Αυξάνουμε σημαντικά το επίδομα θέρμανσης από κάθε πηγή


 


Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι στην κυβέρνηση και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, αγαπητέ Βαγγέλη, αγαπητέ Αντώνη, φίλες και φίλοι,

Μακάρι, Βαγγέλη, να βρισκόμαστε συχνά σε εγκαίνια σημαντικών επενδύσεων όπως αυτές που έχει υλοποιήσει ο Όμιλος Metlen. Εξάλλου, έχω μιλήσει πολλές φορές για την ανάγκη τα επόμενα χρόνια να είναι τα χρόνια του μεγάλου επενδυτικού άλματος της πατρίδας μας.

Σήμερα, εδώ, στις Νέες Καρυές, κάνουμε ένα ακόμα σοβαρό βήμα στο μέλλον, εγκαινιάζοντας τη μεγαλύτερη αυτόνομη μονάδα μπαταριών στην Ελλάδα, μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Και, όπως είπαν πριν ο Βαγγέλης και ο Αντώνης, ουσιαστικά τι κάνει αυτή η επένδυση, με πολύ απλά λόγια; Αποθηκεύει το πλεόνασμα της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πρωτίστως από τον ήλιο αλλά και από τον άνεμο, ώστε να διοχετευτεί στο σύστημα όποια στιγμή και αν χρειαστεί.

Να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα: τις μεσημεριανές ώρες, ειδικά το καλοκαίρι, εδώ, στον Κάμπο, παράγουμε πολύ περισσότερη ενέργεια από φωτοβολταϊκά από αυτή που μπορούμε να καταναλώσουμε και με σχετικά πολύ χαμηλές, ενίοτε και αρνητικές τιμές. Όμως, όταν πέφτει ο ήλιος, μετά τις 8-9 το βράδυ, τα κλιματιστικά εξακολουθούν και λειτουργούν και το σύστημα έχει μεγάλη ανάγκη να καλύψει αυτές τις ώρες, έως ότου ο κόσμος να πάει να κοιμηθεί και πέσει η κατανάλωση της ενέργειας.

Είναι ένα παράδειγμα μόνο τού πώς πρέπει κανείς να έχει ευελιξία στη διαχείριση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Φυσικά, οι επενδύσεις σε μονάδες αποθήκευσης παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο για να πετύχουμε αυτόν τον στόχο.

Είχαμε θέσει στη Θεσσαλονίκη έναν κεντρικό σκοπό: να μπορέσουμε να μειώσουμε την τιμή του ρεύματος έως το 2030 κατά τουλάχιστον 30%. Και, όσο γίνεται, να αποσυνδέουμε την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος από το φυσικό αέριο, το οποίο εξακολουθούμε και το χρειαζόμαστε στο φορτίο βάσης, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Όσο λιγότερο, όμως, το χρησιμοποιούμε τόσο καλύτερες τελικά θα είναι και οι τιμές.

Εδώ αξίζει τον κόπο να θυμίσουμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κάτι πάρα πολύ σημαντικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε ηλεκτρική ενέργεια στη χώρα μας. Παράγουμε παραπάνω από τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια πια από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έχουμε κάνει σημαντικότατες επενδύσεις στα δίκτυά μας, και στον ΑΔΜΗΕ και στον ΔΕΔΔΗΕ, και έχουμε φτάσει πια στο σημείο να είμαστε πλεονασματικοί ως χώρα ως προς την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Ήμασταν πάντα ελλειμματικοί, πάντα χρειαζόταν να εισάγουμε ηλεκτρική ενέργεια, είτε από τη Βουλγαρία είτε από την Ιταλία είτε από άλλες χώρες. Αυτό, λοιπόν, το έλλειμμα, το οποίο συχνά άγγιζε τα 600 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, έχει πια γίνει πλεόνασμα. Φυσικά, αυτό έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στο να μειώσουμε τις τιμές χονδρικής σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Προσέξτε, οι τιμές ενέργειας έχουν φύγει προς τα πάνω παντού, αλλά θέλω να θυμίσω ότι το 2019 η χώρα μας είχε την ακριβότερη τιμή χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την Ευρώπη. Αυτό έχει αλλάξει πια. Βρισκόμαστε στον μέσο όρο, συχνά και κάτω από τον μέσο όρο.

Συνεπώς, όπως είπαν ο Βαγγέλης και ο Αντώνης, οι παραπάνω επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν μονόδρομο. Θα πρέπει, όμως, να πλαισιώνονται από υποδομές αποθήκευσης, προκειμένου η παραγωγή τους να μεταφέρεται και να χρησιμοποιείται όπου και όταν τη χρειαζόμαστε.

Να γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία το έργο το οποίο εγκαινιάζουμε σήμερα, το έργο της Metlen και του Ομίλου Καράτζη, να γιατί στηρίξαμε συνολικά την αποθήκευση με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και να γιατί ακόμα διοχετεύουμε 200 εκατομμύρια ευρώ σε ανάλογες παρεμβάσεις.

Προφανώς και οι μπαταρίες δεν είναι πανάκεια, εάν δεν υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή. Σίγουρα, όμως, είναι μια τεχνολογία η οποία θα εξελίσσεται και διαρκώς θα γίνεται φθηνότερη.

Οφείλουμε, λοιπόν, να είμαστε προσεκτικοί, πολύ περισσότερο καθώς αυτή η πράσινη μετάβαση την οποία όλοι οραματιζόμαστε και στην οποία όλοι πιστεύουμε πρέπει να ξέρουμε ότι δεν είναι ένα σπριντ, αλλά είναι ένας μαραθώνιος. Και όσο τρέχουμε προς τον τελικό προορισμό τόσο θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στο μέσο διάστημα τα ορυκτά καύσιμα, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για την Ευρώπη συνολικά, θα συνεχίζουν να έχουν έναν σημαντικό ρόλο.

Γι’ αυτό και η συνολική μας προσέγγιση ως προς τον ενεργειακό μας σχεδιασμό θα πρέπει να είναι και ισόρροπη και ευέλικτη. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, η χώρα μας προχωρά και στην πρώτη ερευνητική γεώτρηση για φυσικό αέριο εδώ και δεκαετίες, μια γεώτρηση η οποία θα ξεκινήσει στο Ιόνιο το β’ τρίμηνο του 2027.

Σε έναν πλανήτη που ακόμα θα χρειάζεται, για το άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον, ορυκτά καύσιμα, σε μία Ευρώπη, θέλω να το θυμίσω, η οποία είναι ακόμα απολύτως εξαρτημένη από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, σε μία Ευρώπη η οποία πληρώνει τώρα εκατοντάδες δισεκατομμύρια περισσότερα χρήματα για να εισάγει τα ίδια ορυκτά καύσιμα, θα ήταν τεράστιο πλεονέκτημα για τη χώρα -το αντιλαμβάνεστε και εσείς-, αν μπορούσαμε να έχουμε το δικό μας φυσικό αέριο.

Αυτός είναι και ο λόγος που στηρίζουμε τα διυλιστήριά μας, τα οποία, ιδίως εν μέσω γεωπολιτικών αναταραχών, ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού.

Μιλώ, συνεπώς, για μία πολυεπίπεδη ενεργειακή πολιτική, η οποία θα έλεγα ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, καθίσταται μία εθνική, οικονομική αλλά, τολμώ να πω, και κοινωνική προτεραιότητα.

Θα το επαναλάβω, το είπε και ο Βαγγέλης: ο χειμώνας αυτός θα είναι ένας δύσκολος χειμώνας. Κάθε νέα ένταση στο Ορμούζ ή στην Ερυθρά Θάλασσα, κάθε νέο χτύπημα στην Ουκρανία, όλα αυτά δημιουργούν μία μεγάλη αναταραχή. Κατά κανόνα σπρώχνουν τις τιμές προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω, είτε μιλάμε για το πετρέλαιο είτε μιλάμε για το φυσικό αέριο είτε μιλάμε για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία, προφανώς, όπως είπα και πριν, σε έναν βαθμό συνδέεται με τις τιμές του φυσικού αερίου.

Όλα αυτά δημιουργούν ένα σπιράλ διεθνούς πληθωρισμού και ένα υψηλό κόστος ζωής για όλες τις χώρες. Δείτε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία. Καμία χώρα δεν είναι σήμερα ένα απομονωμένο «γαλατικό χωριό», το οποίο μπορεί να μείνει τελείως προστατευμένο από αυτή την παγκόσμια καταιγίδα.

Γι’ αυτό, όμως, και σε εθνικό επίπεδο έχουμε μία υποχρέωση να υψώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα «αναχώματα»: τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, μέχρι αυτά τα οποία ανακοίνωσα πρόσφατα, συμπληρωματικά μέτρα για να στηρίξουμε τη βιομηχανία μας, μέχρι παρεμβάσεις που κάνουμε στο αγροτικό, στο αλιευτικό πετρέλαιο.

Σήμερα μάλιστα, το ξέρετε, πριν από λίγες ώρες ανακοινώθηκε και η παρέμβασή μας για να στηρίξουμε τους συμπολίτες μας ως προς τα ζητήματα που αφορούν τη θέρμανσή τους. Αυξάνουμε σημαντικά το επίδομα θέρμανσης από κάθε πηγή, -να το τονίσω αυτό: πετρέλαιο, ρεύμα, ξύλο, φυσικό αέριο-, κατά 30%. Φτάνουμε μέχρι τα 1.560 ευρώ.

Είναι μία παρέμβαση η οποία αφορά σχεδόν 1,2 εκατομμύρια νοικοκυριά σε όλη τη χώρα. Και είναι μία δίκαιη παρέμβαση, διότι άλλες οι ανάγκες της ορεινής Θεσσαλίας, των χωριών της Καρδίτσας ή των Τρικάλων, άλλες οι ανάγκες της Κρήτης, άλλες οι ανάγκες της βόρειας Ελλάδος, άλλες οι ανάγκες των Δωδεκανήσων. Γι’ αυτό και η παρέμβαση αυτή είναι μια παρέμβαση με βαθιά κοινωνικό πρόσημο.

Ταυτόχρονα, όμως, μειώνουμε και την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης στην αντλία. Εκτιμούμε ότι θα ανοίξει γύρω στα 1,55 ευρώ, με την επιδότηση από κρατικούς πόρους στα 20 λεπτά. Άλλα 20 λεπτά προσθέτουν τα διυλιστήρια. Είναι η συνεχιζόμενη συμμετοχή των διυλιστηρίων στην προσπάθεια να στηρίξουμε τους καταναλωτές με μέτρα άμεσης παρέμβασης.

Με αυτόν τον τρόπο, το πετρέλαιο θέρμανσης ανοίγει πολύ χαμηλότερα από εκεί όπου έκλεισε πέρυσι τον Απρίλιο. Θέλω να θυμίσω έκλεισε στα 1,75. Ανοίγει στα 1,55. Είναι το καλύτερο το οποίο μπορούμε να κάνουμε υπό τις παρούσες συνθήκες.

Νομίζω ότι είναι δίκαιες παρεμβάσεις. Ακολουθούν τις προτεραιότητες που είχα θέσει στην αρχή αυτής της ενεργειακής κρίσης: πρώτα στηρίζουμε τους συμπολίτες μας για να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες θέρμανσης, στη συνέχεια στηρίζουμε στο ντίζελ, στη συνέχεια στηρίζουμε τη βενζίνη. Και είναι, βέβαια, μέτρα τα οποία είναι κοστολογημένα και τα οποία επανεξετάζονται ανάλογα με τις εξελίξεις στα μέτωπα των διεθνών ανακατατάξεων.

Θα το ξαναπώ, κυρίες και κύριοι: εάν η ελληνική οικονομία δεν ήταν σε θέση να παράγει πλεονάσματα ως αποτέλεσμα της μεγάλης ανάπτυξης την οποία έχει, ως αποτέλεσμα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, ως αποτέλεσμα της υπέρβασης των στόχων που είχαμε θέσει, δεν θα είχαμε σήμερα τις δημοσιονομικές δυνατότητες να στηρίξουμε την κοινωνία με παραπάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ, γιατί τόσο κοστολογούνται συνολικά τα μέτρα τα οποία έχουμε λάβει από την αρχή της ενεργειακής κρίσης για να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Το αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της συνετής και επιτυχημένης δημοσιονομικής πολιτικής μεταφράζεται τελικά στη δυνατότητά μας να μπορούμε να στηρίζουμε τους πολίτες, πάντα -το τονίζω- στο μέτρο των εθνικών μας δυνατοτήτων και των αντοχών του προϋπολογισμού, για να μπορέσουμε να περάσουμε και αυτόν τον δύσκολο χειμώνα τον οποίο έχουμε μπροστά μας.

Όπως είπε και ο Βαγγέλης, θα φύγω σε λίγο από εδώ να πάω σε ένα πολύ σημαντικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο οποίο θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε ακριβώς αυτά τα θέματα. Τα θέματα της ανταγωνιστικότητας, της ευρωπαϊκής οικονομίας βρίσκονται πρώτα στην ατζέντα των διαβουλεύσεών μας.

Εκεί θα έχω την ευκαιρία να τοποθετηθώ σε τρία πεδία. Το πρώτο είναι ότι η στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων απαιτεί περισσότερη δημοσιονομική ευελιξία. Ξέρετε πολύ καλά ότι το πλαίσιο των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων θέτει συγκεκριμένες οροφές δαπανών από τις οποίες δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, έστω και αν έχουμε παραπάνω πόρους τους οποίους θα μπορούσαμε να διαθέσουμε.

Παραπάνω δημοσιονομική ευελιξία, εάν θα μπορούσε να συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα μας έδινε τη δυνατότητα για περαιτέρω στοχευμένα και προσωρινά μέτρα -κρατήστε το αυτό: στοχευμένα και προσωρινά-, τα οποία θα συμπληρώσουν τις εθνικές πρωτοβουλίες για τις οποίες ήδη μίλησα.

Προφανώς δεν αρκούν οι απλές εκκλήσεις να σβήνουμε τα φώτα ή να καταναλώνουμε λιγότερη βενζίνη. Όταν αλλάζουν οι συγκυρίες, πρέπει να αλλάζουν και οι πολιτικοί χειρισμοί. Νομίζω ότι όχι μόνο εμείς, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει συγκεκριμένα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Νομίζω ότι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, ειδικά σε ένα περιβάλλον πολιτικής αναταραχής σε όλη την Ευρώπη, όπου οι δυνάμεις του λαϊκισμού ενισχύονται. Πρέπει να αποδείξουμε, όχι μόνο ως Ελλάδα αλλά ως Ευρώπη, ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όχι μόνο τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όπως την πράσινη μετάβαση, τους φιλόδοξους στόχους για κλιματική ουδετερότητα, αλλά τελικά να στηρίζουμε και τους Ευρωπαίους πολίτες όταν αυτοί το έχουν περισσότερο ανάγκη.

Η δεύτερη προτεραιότητα για την οποία θα μιλήσω, και χαίρομαι γιατί αναφέρθηκαν ο Βαγγέλης και ο Αντώνης στο ζήτημα αυτό, αφορά την ανάγκη να στηρίξουμε την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Και όταν μιλάμε για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, προφανώς μιλάμε και για την ελληνική βιομηχανία.

Ξέρετε ότι η κυβέρνηση αυτή έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα για να στηρίξει τη μεταποίηση τα τελευταία χρόνια και νομίζω τα αποτελέσματα τα βλέπουμε: περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες εντάξεις στους αναπτυξιακούς νόμους, κυρίως περισσότερες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, διότι οι μέσοι μισθοί στη μεταποίηση και τη βιομηχανία είναι σημαντικά υψηλότεροι από τον μέσο μισθό στην ελληνική οικονομία.

Άρα, για εμάς η επένδυση και η στήριξη στην ελληνική βιομηχανία αποτελεί μία εθνική προτεραιότητα, η οποία πρέπει όμως να συμβαδίζει και με τη βούληση της Ευρώπης να μπορέσει να θέσει την επαναβιομηχάνισή της ως πρώτη πολιτική προτεραιότητα.

Προσέξτε, όλη η ευρωπαϊκή βιομηχανία εκπέμπει σήμερα το 1,4% των παγκόσμιων ρύπων -επαναλαμβάνω, το 1,4% των παγκόσμιων ρύπων- και ζητούμε από την ευρωπαϊκή βιομηχανία, με γρήγορο ρυθμό, να μειώσει κι άλλο τους ρύπους της, να πάει στο 1%, στο 0,8%. Αλλά η ταχύτητα με την οποία θα το κάνει μπορεί να είναι η διαφορά μεταξύ της επιβίωσης ή του αφανισμού της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά, λοιπόν: ή θα πατήσουμε λίγο φρένο -το λέω πολύ απλά για να γίνει κατανοητό-, ώστε να δώσουμε χώρο και χρόνο στη βιομηχανία μας να προσαρμοστεί, να δώσουμε χώρο και χρόνο στην τεχνολογία να μπορέσει να δώσει λύσεις οι οποίες να είναι οικονομικά βιώσιμες ως προς την απανθρακοποίηση ή θα πορευόμαστε μόνοι μας σε έναν κόσμο ο οποίος έχει αλλάξει δραματικά, με έναν βολονταρισμό ότι εμείς θα φτάσουμε πρώτοι στον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας, αλλά στην πορεία θα έχουμε καταστρέψει εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αυτά, λοιπόν, είναι θέματα τα οποία θα τα θέσω στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ακριβώς με τον τρόπο με τον οποίο σας μιλώ σήμερα.

Και βέβαια, το τρίτο ζήτημα αφορά και τη ναυτιλία. Προσέξτε, η ναυτιλία είναι το 2% των παγκόσμιων ρύπων, μεταφέρει, όμως, το 90% του παγκόσμιου εμπορίου.

Άρα, αν επιβάλουμε στη ναυτιλία μια πολύ γρήγορη διαδικασία απανθρακοποίησης -αν ουσιαστικά τη φορολογήσουμε για να το κάνουμε αυτό-, τελικά το αποτέλεσμα θα είναι ότι αυτό το κόστος θα περάσει στον τελικό καταναλωτή, σε μια εποχή που ήδη αντιμετωπίζουμε υψηλό πληθωρισμό και σε μια εποχή που δεν φαίνεται ακόμα να υπάρχουν ξεκάθαρες τεχνολογικές λύσεις για το πώς μπορούμε να πάμε σε πλήρη απανθρακοποίηση όσον αφορά την εμπορική ναυτιλία.

Αυτές, λοιπόν, είναι κάποιες από τις προτεραιότητες οι οποίες θα μας απασχολήσουν στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και ήθελα να βρεθώ σήμερα μαζί σας γιατί θεωρώ ότι αυτό το οποίο κάνουμε είναι ουσιαστικά μια «γέφυρα» για τη συζήτηση η οποία θα γίνει αύριο και μεθαύριο.

Οι αποφάσεις που θα κληθούμε να πάρουμε, όχι μόνο ως Ελλάδα αλλά ως Ευρώπη, δεν είναι μόνο οικονομικές, είναι τελικά βαθιά πολιτικές. Πρέπει να πάρουμε αποφάσεις, να απαντήσουμε στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και στο κύμα πληθωρισμού και ακρίβειας. Μόνο οι απαντήσεις οι οποίες τελικά θα φέρνουν χειροπιαστά αποτελέσματα μπορούν να κλείσουν τον δρόμο στον αδιέξοδο λαϊκισμό και στα άκρα κάθε είδους.

Η επένδυση αυτή που εγκαινιάζουμε σήμερα, είναι ακριβώς μια εικόνα από το μέλλον το οποίο πιστεύω ότι θα έρθει πολύ νωρίτερα από ό,τι κάποιοι πιστεύουν. Θέλουμε μέχρι το 2028 να έχουμε 3-4GW έργα τα οποία να λειτουργούν ή να υλοποιούνται σε μονάδες αποθήκευσης. Και βέβαια, αυτά μπορεί να είναι είτε μπαταρίες είτε έργα αντλησιοταμίευσης.

Και, όπως ειπώθηκε πριν, είναι απολύτως κρίσιμα έργα για να μπορούν τελικά να παρέχουν την ενέργεια όταν αυτή χρειάζεται και με αυτόν τον τρόπο να μπορούμε να συγκρατούμε και τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, να παρέχουμε και στη βιομηχανία, τελικά, όπως είπε ο Βαγγέλης, ανταγωνιστικό ρεύμα για να μπορούμε να είμαστε σε μια θέση να παράγουμε προϊόντα τα οποία να είναι ανταγωνιστικά. Διότι, αν δείτε το κόστος της ενέργειας στις ΗΠΑ ή και στην Κίνα και το συγκρίνετε με την Ευρώπη, καταλαβαίνετε γιατί η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται σε μία τόσο δύσκολη θέση.

Θα επαναλάβω, ωστόσο, κλείνοντας, αυτό το οποίο είπα και στην αρχή, ως προς τη μεγάλη εικόνα: οι παρεμβάσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης θα είναι διαρκείς, θα εξαντλήσουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια, ωστόσο δεν θα υποκύψουμε σε ανεύθυνες εκκλήσεις να υπερβούμε αυτά τα περιθώρια.

Για εμάς η δημοσιονομική πειθαρχία είναι όρος αξιοπιστίας, είναι αυτή που τελικά συγκρατεί τα επιτόκια χαμηλότερα από εκείνα ισχυρών οικονομιών του G7. Είναι αυτά που επιτρέπουν και στις ελληνικές εταιρείες να δανείζονται, τελικά, με χαμηλότερο κόστος από αυτό με το οποίο θα δανείζονταν αν η Ελληνική Δημοκρατία με τη σειρά της δανειζόταν με υψηλότερο κόστος.

Αγωνιστήκαμε πάρα πολύ για να μπορέσουμε να κατακτήσουμε αυτή την αξιοπιστία και τη δημοσιονομική σταθερότητα και να μείνουμε μακριά πια από περιπέτειες, το κόστος των οποίων, δυστυχώς, η χώρα το έχει πληρώσει πολύ ακριβά.

Μέρα με τη μέρα η Ελλάδα αλλάζει, από την καθήλωση περνά στην ανάπτυξη, από το περιθώριο της Ευρώπης περνά στον πυρήνα της. Είναι σε θέση να διαμορφώνει θέσεις και απόψεις που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή ατζέντα των συζητήσεων.

Η Ελλάδα είναι πια μια χώρα ανθεκτική στις δυσκολίες του σήμερα και ελπιδοφόρα απέναντι στις προκλήσεις του αύριο. Είναι ένα κράτος το οποίο κινείται με σιγουριά, με συνέπεια, με συνέχεια στα ήρεμα αλλά και στα ταραγμένα νερά αυτού του κόσμου. Και χαράζουμε μια πορεία προόδου και ευημερίας, με ορίζοντα το 2030.

Έργα σαν και αυτά τα οποία εγκαινιάζουμε σήμερα ενισχύουν, συμπληρώνουν, αυτή τη νέα, τη θετική εικόνα του τόπου μας, δείχνοντας τον δρόμο για επενδύσεις σε τομείς αιχμής, εδώ, στη Θεσσαλία, όπου συνυπάρχει η παραδοσιακή αγροτική παραγωγή με νέες επενδύσεις, είτε μιλάμε για την ενέργεια είτε μιλάμε για την άμυνα είτε μιλάμε για τη μεταποίηση συνολικά. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Θεσσαλία παραμένει μία Περιφέρεια η οποία έχει σημαντικές μονάδες και επενδύσεις όσον αφορά τη μεταποίηση.

Όλα αυτά είναι μια εικόνα από την Ελλάδα του μέλλοντος, είναι μια εικόνα από μία Ελλάδα η οποία θα μπορεί να δείχνει ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα. Προσαρμοστικότητα που θα μας καθιστά πιο ασφαλείς απέναντι στους κραδασμούς και πιο ανταγωνιστικούς απέναντι στις αγορές.

Κλείνω, λοιπόν, με τα θερμά μου συγχαρητήρια στον Όμιλο Metlen και στον Όμιλο Καράτζη. Είναι δύο ελληνικές εταιρείες με παγκόσμιο αποτύπωμα, πρωτοπόρες και πολυσχιδείς.

Ειδικά για τον Όμιλο Καράτζη, χαίρομαι που έχει επεκταθεί πολύ πέρα από την Κρήτη, η οποία αποτέλεσε και τον τόπο στον οποίο ο Όμιλος ξεκίνησε την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Είναι δύο επιχειρήσεις με διαφορετική αφετηρία και διαδρομή, συναντώνται όμως σε μία επένδυση που ταυτίζεται με τις στρατηγικές προτεραιότητες και επιλογές της πατρίδας μας.

Καλορίζικη, λοιπόν, η νέα μονάδα -εύχομαι περισσότερη λιακάδα, αν και τη θέλουμε και τη βροχή, ειδικά εδώ, στη Θεσσαλία-, και με την ευχή να ακολουθήσουν αρκετές ακόμα.

Σας ευχαριστώ πολύ.