Βρισκόμαστε στο 1913, και ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος έχει ολοκληρωθεί όσον αφορά το Μέτωπο της Μακεδονίας, με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ενώ η προσπάθεια του Στρατού της Ηπείρου υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη, προσκρούει, από την 30 Νοεμβρίου του 1912, στην ισχυρή αμυντική τοποθεσία των Ιωαννίνων.
- Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, ο Ελληνικός Στρατός δεν μπόρεσε να διασπάσει την εξαιρετικά οχυρωμένη Τοποθεσία Ιωαννίνων. Προ της καταστάσεως αυτής, στις 3 Ιανουαρίου, διοριζόταν Αρχιστράτηγος όλων των Ελληνικών Δυνάμεων (Μακεδονίας και Ηπείρου) ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, ο οποίος έφθασε στην Φιλιππιάδα στις 10 Ιανουαρίου.
Παραλλήλως, ο Στρατός Ηπείρου, είχε ενισχυθεί με ακόμη δύο Μεραρχίες Το Υψίπεδο των Ιωαννίνων, έχει σχήμα ελλειψοειδές με διαστάσεις περίπου 40 χλμ. Μήκος και πλάτος 22 χλμ. Το ύψος του από την επιφάνεια της θαλάσσης είναι περί τα 500 μέτρα. Στο κέντρο του Υψιπέδου βρίσκονται τα Ιωάννινα.
Το Υψίπεδο περιβάλλεται από υψηλούς και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους, ενώ ενδιαμέσως υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα, με κυριότερα το Αυγό και το Μπιζάνι, τα οποία και καλύπτουν από Νότο τα Ιωάννινα. Αυτά, τα από μόνα τους οχυρά υψώματα, είχαν ενισχυθεί με πληθώρα αμυντικών έργων, που είχαν κατασκευασθεί από τους Τούρκους, με την καθοδήγηση του Γερμανού Στρατηγού Φον Ντερ Γκολτς. Ο ίδιος είχε αναλάβει και την οχύρωση της Τοποθεσίας του Σαρανταπόρου και είχε πει: «Αν ο Ελληνικός Στρατός επιτεθεί κατά τη τοποθεσίας Σαρανταπόρου, αυτή θα είναι ο τάφος του».
Ο Ελληνικός Στρατός, πράγματι επετέθη στο Σαραντάπορο και πήρε στο κυνήγι τους Τούρκους μέσα σε 24 ώρες… Οι διατιθέμενες δυνάμεις των αντιπάλων στην Ήπειρο ήταν: Τούρκοι 30.000 άνδρες και Έλληνες 40.000, με τα ανάλογα μέσα πυρός (πυροβόλα και πολυβόλα).
Σκοπός των Τούρκων, ήταν να απαγορεύσουν τα δρομολόγια που οδηγούσαν προς τα Ιωάννινα και να παρεμποδίσουν την κατάληψη της πόλεως, καθώς και της ευρύτερης περιοχής. Το Σχέδιο των Ελλήνων προέβλεπε επίθεση κατά του δεξιού των Τούρκων, μέχρι την περιοχή του Υψ. Δουρούτη, με τρεις φάλαγγες των 20 συνολικώς ταγμάτων, ώστε να υπερκεράσουν την οχυρωμένη τοποθεσία Μπιζανίου και τελικώς να απελευθερώσουν τα Ιωάννινα. Οι υπόλοιπες δυνάμεις (II, VIII και VI Μεραρχίες, θα ενεργούσαν ως αποστολές απασχολήσεως – αγκιστρώσεως του εχθρού, και υποβοηθήσεως της Κυρίας Προσπαθείας.
Η επίθεση των Ελλήνων, άρχισε με το Πρώτο Φως της 20 ης Φεβρουαρίου, με ιδιαίτερη σφοδρότητα, και μέχρι τις 17.00 είχαν καταλάβει το χωριό Πεδινή με το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων (Διοικητής Αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος Διονύσιος).
Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Διοικητής της 2ας Φάλαγγας απέστειλε διαταγή στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, να ανακόψει την προέλασή του και να εγκατασταθεί προσωρινώς, αμυντικά, στα υψώματα της Πεδινής. Το Σύνταγμα δεν έλαβε εγκαίρως την διαταγή, και συνεχίζει ακάθεκτο την επίθεσή του, και μετά μία ώρα (18.00) τα δύο Τάγματά του με επικεφαλής το 9ο Τάγμα του Ταγματάρχου Ιωάννου Βελισσαρίου, εισέρχεται στο χωριό Άγ Ιωάννης (σημερινό Βελισσάριος).
Εκεί εγκαθιστούν τμήματα ασφαλείας, αποκόπτουν τις τηλεφωνικές γραμμές με την κυρία αμυντική τοποθεσία (Μπιζάνι) και συλλαμβάνουν πολλούς αιχμαλώτους. Η εμφάνιση Ελληνικών τμημάτων στις παρυφές της πόλεως των Ιωαννίνων, έδωσε την εντύπωση στους Τούρκους ότι το μέτωπο είχε ανατραπεί πλήρως, ενώ βεβαίως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Έτσι, στις 23.00, ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Εσσάτ Πασάς, έστειλε στον Διάδοχο Κωνσταντίνο προτάσεις παραδόσεως, οι οποίες έγιναν αποδεκτές. Το Πρωτόκολλο Παραδόσεως των Ιωαννίνων υπεγράφη τις πρωινές ώρες της 21ης Φεβρουαρίου 1913 στο χωριό Άγιος Ιωάννης. Από Ελληνικής πλευράς υπέγραψαν οι Λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός και από Τουρκικής, ο Αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης, Διοικητής της Οχυρωμένης Τοποθεσίας.
Την επομένη, 22 Φεβρουαρίου το πρωί, ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, εισέρχεται επισήμως στην πόλη, υπό τις αποθεωτικές εκδηλώσεις των κατοίκων και κατευθύνεται στον Μητροπολιτικό Ναό, όπου εψάλη δοξολογία σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Ο Κωνσταντίνος πληροφορηθείς την «αποκοτιά» του Βελισσαρίου, να σπεύσει χωρίς διαταγή προς το Άγιο Ιωάννη, διέταξε να τον φέρουν μπροστά του, και, ατενίζοντάς τον κατάματα, του λέει γεμάτος συγκίνηση: «Υπέροχε τρελέ. Είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Τώρα προτιμώ το φίλημα».
Την εικόνα των ημερών, απεικονίζει θαυμάσια ο Γεώργιος Σουρής, ο κορυφαίος σατιρικός ποιητής της Ελλάδος, που τραγουδά: Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε, τραγουδά:
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε.
Το λεν πουλιά του Γρεβενού
κι’ αηδόνια του Μετσόβου
που τά’ χε διώξει παγωνιά
κι’ ανατριχίλα φόβου.
Το λένε κτύποι και βροντές
το λένε και καμπάνες
το λένε και χαρούμενες
και μαυροφόρες μάνες
Το λένε και Γιαννιώτισσες
που ζήσαν χρόνια βόγγου
το λένε και Σουλιώτισσες
στις ράχες του Ζαλόγγου.

