Γράφει ο Υπτγος ε.α. Χρήστος Μπολώσης
Παλιότερα και όταν θέλαμε να πούμε για κάποιο γεγονός αγγίζει τα όρια του εξωπραγματικού λέγαμε ότι αυτά δεν γίνονται ούτε στο σινεμά.
Σήμερα θα πούμε για ορισμένα πράγματα που γίνονται μόνο στο σινεμά, ενώ στη ζωή είναι σχεδόν αδύνατο να συμβούν.
Η σκηνή, από νεανική ταινία, διαδραματίζεται σε φοιτητικό ξενώνα. Ο ένας νεαρός κάτι γράφει στον υπολογιστή, το οποίο όμως είναι μάλλον «ύποπτο», διότι ρίχνει συνεχώς κλεφτές ματιές στην πόρτα, η οποία τελικώς ανοίγει ξαφνικά και εμφανίζεται ο, επίσης νεαρός, συγκάτοικός του. Ο νεαρός κλείνει απότομα τον υπολογιστή, όμως ο νεοφερμένος, ορμάει, του τον αρπάζει και τον ανοίγει. Βλέπει τι έχει γράψει και θυμωμένος τον κλείνει με δύναμη, τον πετάει πάνω στο κρεβάτι και βγαίνει έξω βροντώντας την πόρτα πίσω του. Ο ιδιοκτήτης του υπολογιστή τον παίρνει ευλαβικά στα χέρια του, ανοίγει το καπάκι και συνεχίζει την διακοπείσα εργασία.
Άλλη σκηνή, από ταινία του Τζέημς Μποντ αυτή τη φορά. Ο κορυφαίος πράκτορας όλων των εποχών, μπαίνει (ευκολότατα βέβαια και συνήθως από τον αεραγωγό…) σε μία τεράστια αίθουσα, που είναι γεμάτη οθόνες, λαμπάκια που αναβοσβήνουν, λαμπάκια που σβηνοανάβουν, διακόπτες, μπρίζες, καλώδια και καμιά τριανταριά ανθρώπους με παράξενες στολές, να παλεύουν με όλα αυτά. Πάρα δίπλα, είναι και ένα ηλεκτρικό μάτι για καφέ. Σκοπός του Μποντ, είναι να υποκλέψει μια φόρμουλα για την παραγωγή μιας συνταγής αδυνατίσματος των αστροναυτών. Μέσα σε μισό λεπτό, έχει καθαρίσει άπαντες τους τιμίως εργαζομένους στην αίθουσα και φωνάζει στην βοηθό του «Έχεις τους κωδικούς;». Εκείνη, νοιώθει σαν να την κτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και ψελλίζει: «Συγγνώμη Τζέημς τους ξέχασα πάνω στην τουαλέτα την ώρα που βαφόμουν». Ο Μποντ (ο Τζέημς Μποντ), όμως δεν χάνει την ψυχραιμία του «Δεν πειράζει, λέει, θα προσπαθήσω και κάτι μπορεί να γίνει». Κάθεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και αρχίζει ιδροκοπώντας να βαράει τα πλήκτρα. Σε λίγο το πρόσωπό του φωτίζεται. Επί τέλους! Έσπασε τον κωδικό και η φόρμουλα είναι μπροστά του. Ακριβώς την στιγμή που μία Μεραρχία κακών εισβάλει στην αίθουσα.
Για την ιστορία ο κωδικός ήτανε ο:1ASLOG45tr6*RTG≥45JOU€2019KLBFD786SPECTRA.
Και τώρα, η σκηνή στο γραφείο μου μπροστά στον υπολογιστή. Πατάω το κουμπί για ν’ ανοίξει. Για λόγους ασφαλείας, ο γιός μου, μου έχει βάλει έναν κωδικό, με τον οποίον, και μόνο μ’ αυτόν, ξεκλειδώνει ο υπολογιστής. Είναι απλός: 1234. Όταν φθάνει η ώρα και βγαίνει το μήνυμα «Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό». Τον πληκτρολογώ και αμέσως μου βγαίνει μήνυμα: «Λάθος κωδικός. Παρακαλώ προσπαθήστε ξανά». Τι λάθος μπορεί να έκανα, σκέφτεσαι και προσπαθείς πάλι. Και πάλι και πάλι. Διότι κάθε φορά ένα νέο μήνυμα με ακαταλαβίστικες φράσεις όπως «δεν είστε εσείς» ή «Δεν είσαι ρομπότ», τεντώνουν σε επικίνδυνο σημείο τα νεύρα σου. Κάποτε, θυμάσαι τη σκηνή με τους νεαρούς που ανοιγόκλειναν και πέταγαν στο κρεβάτι τον υπολογιστή και κλείνεις το καπάκι και τον πετάς στο κρεβάτι. Σε λίγο, πιο ήρεμος, πας να τον ανοίξεις και τέρμα. Αυτό ήταν. Ούτε μιλάει ούτε λαλάει, που έλεγε και ο μακαρίτης ο Σπαθάρης στον Καραγκιόζη του.
Άλλη σκηνή. Ένα κινητό τηλέφωνο με το οποίο μιλάει ο γιός με βιντεοκλήση από τη Νέα Υόρκη στη μητέρα του στη Γαλλία. Η εικόνα πεντακάθαρη. Ούτε τρεμούλιασμα, ούτε διακοπές, ούτε τίποτα. Εδώ μιλάς με την εγγονή σου από το Παγκράτι στους Αμπελοκήπους και θα είναι κατόρθωμα αν μπορέσετε να συνεννοηθείτε
Αμ το πάρκινγκ; Μέσα στην καρδιά της Νέας Υόρκης, όλοι βρίσκουν αμέσως πάρκινγκ εκεί ακριβώς που το θέλουν. Έξω από το ξενοδοχείο, έξω από γραφείο τους, έξω από το κατάστημα που θέλουν να ψωνίσουν. Γενικώς ολούθε.
Τέλος το φλερτ. Τι είναι αυτό βρε παιδί μου. Συναντιούνται τυχαία σ’ ένα από κείνα τα αμερικάνικα εστιατόρια που μοιάζουν με λεωφορεία και που σερβίρουν τηγανιτές πατάτες με έξτρα κρεμμύδια και μαρμελάδα από μύρτιλο και σε πέντε τα λεπτά κυλιούνται στο κρεβάτι. Ενώ εδώ… Άντε να μη το πούμε γιατί είμαστε και παντρεμένοι ανθρώποι.
Συνελόντι ειπείν, πράγματι πολλά πράγματα συμβαίνουν μόνο στο σινεμά…
*******************
Ο καλός μου φίλος Ηρακλής Β., έστειλε το παρακάτω κείμενο, το οποίο αλίευσε από το Διαδίκτυο αλλά το… πασπάλισε και με δικά του βιώματα. Απολαύστε το:
Πάει έσπασε το… καλούπι
Όλοι εμείς, οι πάνω από 60, 65 και 70 είμαστε μια γενιά που δεν επιστρέφει, αυτό που λένε “πάει έσπασε το καλούπι”.
Αυτή η γενιά των ’60s ’70s είμαστε :
1. Μια γενιά που περπάτησε και γύρισε από το σχολείο με τα πόδια, όσο μακριά και να ήταν. ( Ζαρκαδιά Καβάλας – Χρυσούπολη 14 χιλιόμετρα ημερησίως χειμώνα – καλοκαίρι, με κρύο, χιόνι και βροχή )
2. Μια γενιά, που ο δάσκαλός σου σε έστελνε στο γραφείο να πάρεις κιμωλία… και πήγαινες κι ερχόσουν “σφαίρα”, χωρίς δεύτερη κουβέντα!
3. Μια γενιά που στο σχολείο πήγαινες με μπλε ποδιά και καπέλο με την κουκουβάγια, χωρίς σχολική ανομία, παραβατικότητα και μπούλιγκ, που έκανε έπαρση – υποστολή της σημαίας και προσευχή… θεωρούσες δε τιμή σου να σε επέλεγε ο Διευθυντής ή ο Γυμνασιάρχης να πεις εσύ το “Πάτερ ημών”!
4. Μια γενιά, που σπούδασε μόνη της, που δεν είχαν λεφτά οι γονείς μας για ιδιαίτερα μαθήματα, μεγάλωσε με κοντό παντελονάκι, φόρεσε κουστούμι στον γάμο και όμως δεν τα παρατήσαμε… και γίναμε ”άνθρωποι”. Αν τότε δεν καταλάβαινες κάτι, έμενες μετά το μάθημα και σου το εξηγούσαν. Γιατί τότε οι δάσκαλοι ήταν αληθινοί δάσκαλοι, δεν ”φουμάριζαν” με τους μαθητές τους, μετέδιδαν γνώση και διαμόρφωναν χαρακτήρες…
5. Μια γενιά, που έγραψε στα ημερολόγιά της και στα λευκώματα το ακραίο για την εποχή “Τι εστί Έρως”, μια γενιά μαθητών και μαθητριών που έκαναν την εργασία τους μόνοι τους, δεν τους βοηθούσαν οι γονείς τους, γιατί ήταν στα χωράφια, στις δουλειές, στα γραφεία τους, στα μαγαζιά τους.
6. Μια γενιά που θεωρούσε ντροπή να κάθεται στο λεωφορείο στο κάθισμα, δίπλα σε μια όρθια έγκυο, έναν όρθιο όχι μόνο γέροντα ή γερόντισσα, αλλά όποιον ενήλικα που γενικά είχε ανάγκη.
7. Μια γενιά που γελούσε πολύ τα βράδια, αλλά σιγά με τα αδέρφια τους πριν κοιμηθούν, κάτω από τα σκεπάσματα για να μην ξέρουν οι γονείς τους, ότι είναι ξύπνιοι…
8. Μια γενιά που πίστευε στον Θεό, που σεβόταν απόλυτα τους ηλικιωμένους, τους γονείς, τους δασκάλους και τους γείτονες και που δεν αντιμιλούσε ποτέ σε μεγαλύτερους.
9. Μια γενιά που έπαιζε στον δρόμο (με αυτοσχέδια με πανιά μπάλα ), στις λάσπες, στα οικόπεδα και τις αλάνες μέχρι να δύσει ο ήλιος και να ακουστούν οι αγριοφωνάρες της μάνας “έλα σπίτι παιδί μου νύχτωσε” και έπινε νερό από τη βρύση, από το λάστιχο ή από το πηγάδι.
10. Μια γενιά που αγάπησε την οικογένεια, την πατρίδα, το καλό, το όμορφο, την αλήθεια.
11. Μια γενιά που οι αστράγαλοι ήταν μονίμως ματωμένοι από τα πετάλια του ποδήλατου, όπως και τα γόνατα από το ποδόσφαιρο στην άσφαλτο ή στον χωματόδρομο…
12. Μια γενιά που ένιωθε τον έρωτα από μικρή ηλικία, που τα “έφτιαχνε” και φλέρταρε με τα ”μάτια”, αδέξια από το δημοτικό…
13. Μια γενιά που το πιο ακραίο τόλμημα απέναντι στο άλλο φύλο ήταν να χορέψεις μπλουζ το “Oh mon amour” του Christophe ή με Sharif Dean το “Do you love me?” Όσο για ποτό… το βερμούτ ήταν ότι το πιο extreme θα μπορούσαμε να πιούμε τότε!
14. Μια γενιά που μαζευόταν στο σπίτι του “πλούσιου” της παρέας, του γιού του “εύπορου” της γειτονιάς, να δει στην ασπρόμαυρη τηλεόραση τη “Μάχη”, τη “Μπονάντσα”, το “Χάϊ Σαπαραλ”, το “Χαμένοι στο Διάστημα”, το “Ταξίδι στα Αστέρια” με το Εντερπράϊζ, το “Μικρό σπίτι στο Λειβάδι”, τον “Μάνιξ”, το “Χαβάϊ 5-0” τη “Γειτονιά”, τον “Άγιο”, τους “Αντίζηλους” και τόσα άλλα, που δεν είχαν πρωϊνάδικα με gay και υπέρμαχους της woke agenda…
H “κορρεκτίλα” (όσοι δεν λαμβάνουν ποτέ ξεκάθαρη θέση, αλλά τηρούν ίση απόσταση από τους αντιπάλους) τότε εκφραζόταν με την ομιλία στον πληθυντικό σε ανθρώπους μεγαλύτερους… κι όχι με το να τα κάνεις “ίσιωμα” όλα…
15. Μια γενιά που αγόραζε γκοφρέττες, όχι για να τις φάει αλλά για να πάρει τις αυτοκόλλητες φιγούρες της συσκευασίας με ποδοσφαιριστές, αυτοκίνητα, ηθοποιούς… να τις κολλήσει στο άλμπουμ, αφού πρώτα κάνει τις απαραίτητες ανταλλαγές!
16. Mια γενιά που όταν ο δάσκαλος έλεγε “να έλθεις με τον κηδεμόνα σου” ήξερες ότι θα τις φας και από τον δάσκαλο για την αταξία σου, αλλά και από την λαστιχένια παντόφλα της μάνας σου… Δεν υπήρχε σωτηρία…
17. Μια γενιά που μοιραζόσουν τις βόλτες με το ποδήλατο, με αυτόν που δεν είχε…
18. Μια γενιά που μόνο την Κυριακή έτρωγε κοτόπουλο στον φούρνο με μακαρόνια ή πατάτες και μοσχαράκι γιουβέτσι και αυτό ήταν η μόνη επαφή με κρέας μέσα στην εβδομάδα…
19. Μια γενιά που πήγαινε στο γήπεδο με τον μπαμπά ή με τον παππού και δεν φοβόταν μην τους ξεκοιλιάσει καμμιά φωτοβολίδα από την κερκίδα των οπαδών της αντίπαλης εβδομάδας…
20. Μια γενιά που έβλεπε αστυνομικό ακόμα και άοπλο και “πάγωνε” εκεί που βρισκόταν νιώθοντας δέος…
21. Μια γενιά που πρόλαβε τη σκάφη για μπάνιο και που η λέξη “τζαγκούζι” δεν υπήρχε, παρέπεμπε μόνο στους εχθρούς των Αμερικάνων στις Πολεμικές ταινίες του Χένρυ Φόντα και του Ρόμπερτ Μήτσαμ…
22. Μια γενιά που ο ένας της παρέας έπιανε δουλειά σαν πωλητής “σάμαλι-παστέλι-κοκ-τσιπς-πασατέμπο” και “ταμ ταμ, “μπυράλ”, “γκαζόζα έχω” στο καλοκαιρινό σινεμά (που απαγορευόταν για τους μαθητές) και οι υπόλοιποι περίμεναν απ’ έξω να τελειώσει το έργο να τους πει την υπόθεση… εκτός αν ήταν Ξανθόπουλος που την άκουγαν από τα μεγάφωνα.
Εμείς, οι πάνω από 60, 70, είμαστε μια γενιά που δεν επιστρέφει. Είπαμε “έσπασε το καλούπι”…
23. Μια γενιά που δεν κατάφερε να γεμίσει την ψυχή και την καρδιά των παιδιών της και των εγγονών της από Πατρίδα, Σημαία, Οικογένεια, Ελληνικό Πολιτισμό, Ένδοξη Ιστορία και τη Θρησκεία της Αγάπης… αν και το προσπάθησε – ίσως όχι αρκετά! Κάναμε μεγάλα λάθη, ανεχθήκαμε τη λαίλαπα της Μεταπολίτευσης, τους απάτριδες, τους αντεθνικούς, τους ανθέλληνες, τους εχθρούς της πίστης, της πατρίδος, των ιερών και των οσίων μας, λόγω….μόδας!!
Αφήσαμε να μπουν στα σχολεία απαίδευτοι δάσκαλοι και καθηγητές, να καταντήσουν την παιδεία σαν τα άλουστα μούσια, τις αντρίκιες αλογοουρές και τα σκουλαρίκια τους, να καταργήσουν τις παρελάσεις και να ποδοπατούν τα ”πανιά’’ (σημαίες), αφήσαμε να κυριαρχήσει το ρουσφέτι και η αναξιοκρατία, αφήσαμε να επικρατήσει το βόλεμα, αφήσαμε να διδάσκουν πλαστή ιστορία και να σβήνουν τον πολιτισμό μας, καταργήσαμε τη γλώσσα μας, λόγω… μόδας!!! Κάναμε τα σκυλάδικα μέρος του πολιτισμού μας, λόγω… μόδας!!
Χρεωθήκαμε στις Τράπεζες ως τον λαιμό λόγω… μόδας!
Φτάσαμε σήμερα να υποχρεωνόμαστε λόγω…”ομοφοβίας” να ανεχόμαστε το ανώμαλο ως ομαλό, το παρά φύσιν ως… φυσικό, γινόμαστε θεατές της κοινωνικής και οικογενειακής διάλυσης, της κατάργησης όλων των θεσμών… λόγω μόδας!!!
Εάν τώρα στο τέλος και στο 4ο και τελευταίο τεταρτημόριο της ζωής μας, δεν αντιδράσουμε, δεν αντισταθούμε, θα είμαστε υπαίτιοι για το τέλος της Ελλάδος μας.
ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ Ο,ΤΙ ΕΛΕΙΨΕ ΑΠΟ ΕΜΑΣ… ΠΑΡΑΛΕΙΨΑΜΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΩΣΟΥΜΕ ΟΤΙ ΕΙΧΑΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ…!!!!
Και οι καιροί ου μενετοί φίλες και φίλοι μου, εραστές μιας άλλης εποχής!
πηγή:https://www.antinews.gr/161433/antimagazine/mono-sto-sinema-2/





Όλες αυτές οι “εξαίρετες” γενεές (σε μια εκ των οποίων ανήκω κι εγώ) δεν είναι οι γονείς ή οι παππούδες όλων των βοοειδών που εκτρέφονται από το 1980 και μετά;
Μήπως και οι “εξαίρετες” γενεές είναι για μερθκές φάπες;