Το καλοκαίρι εγώ με τον μπαμπά μου, την μαμά μου και την μικρή μου αδελφή την Νινή, περάσαμε πολύ ωραία.
Μιά μέρα, που πήρε την άδειά του ο μπαμπάς, ξεκινήσαμε για το εξοχικό μας, που είναι καμιά τρακοσαριά χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα.
Σε όλο το δρόμο, όταν περνάγαμε από βενζινάδικο, ο μπαμπάς έβριζε κάποιον, που τον έλεγε «άχρηστο», δεν κατάλαβα ποιόν, γιατί η βενζίνη είχε πλησιάσει τη τιμή του χρυσού, όπως έλεγε.
Ακόμα ο μπαμπάς έβριζε τον ίδιο άχρηστο, δεν κατάλαβα ποιόν, επειδή κάθε λίγο και λιγάκι περνάγαμε διόδια και πληρώναμε τα κερατιάτικα του άχρηστου, όπως έλεγε, αλλά δεν κατάλαβε ποιόν εννοούσε.
Όταν φτάσαμε στο εξοχικό, περίπου τριάντα χιλιόμετρα από την θάλασσα, ο μπαμπάς πάλι έβριζε, αλλά δεν κατάλαβα αν έβριζε τον ίδιο άχρηστο που δεν είχα καταλάβει ποιος είναι ή πολλούς μεν, άλλους δε άχρηστους.
Γιατί έβριζε; Επειδής είχαν χαλάσει τα υδραυλικά και κάποιοι είχαν μπει μέσα και μας είχαν νοικοκυρέψει, όπως φώναζε.
Μετά είπε ότι θα πήγαινε στην αστυνομία. Όταν γύρισε και πάλι έβριζε, γατί στην αστυνομία του είπαν να κάνει μήνυση κατ’ αγνώστων και αν τους βρούνε θα τον ειδοποιήσουνε.
Μετά, τσακώθηκε με τη μαμά επειδή δεν είχε φέρει πράματα για να φάμε για μεσημέρι και έπρεπε να πάει να ψωνίσει. Μετά την ρώτησε τι θέλει να αγοράσει, αλλά η μαμά, που ήταν συγχυσμένη από τον προηγούμενο καυγά του είπε «πάρε ό,τι θέλεις»
Επειδή ο μπαμπάς είναι της τεχνολογίας, άνοιξε το κινητό του και είπε πως θα μπει στην εφαρμογή «PosoKanei», για να βρει φτηνά πράματα.
Φεύγοντας, πάλι έβριζε, γιατί δεν είχε σήμα το κινητό και έφυγε φουρτουνιασμένος.
Όταν γύρισε πάλι έβριζε.
- Τι έχεις χριστιανέ μου; τον ρώτησε η μαμά.
- Τι νάχω της είπε. Μ’ αυτόν τον άχρηστο τάχω, που δεν κατάλαβα για ποιον τα έλεγε και μούτζωσε προς ολούθε, όπως ο Μαυρογιαλούρος.
- Γιατί; Ρώτησε η μαμά.
- Άκου να δεις. Έβαλα στο κινητό μου την εφαρμογή «PosoKanei», για να βρω φτηνά πράγματα.
- Και λοιπόν; Ρώτησε η μαμά.
- Τι λοιπόν απάντησε έτοιμος να βρίσει ο μπαμπάς. Βρήκα φτηνή φέτα στο Πανοχώρι, φτηνές ντομάτες στο Κατοχώρι, φτηνά αγγούρια, που να τους (κάτι είπε, αλλά το είπε σιγά και δεν το κατάλαβα) στο Δώθεχωρι, φτηνό κοτόπουλο αλανιάρικο στο Κειθεχώρι, μακαρόνια σπιτικά τζάμπα στο Οξοχώρι και καλό κρασί πάμφθηνο στο Μεσαχώρι.
- Μπράβο μπράβο, φώναξε ενθουσιασμένη η μαμά που, με τις δουλειές, είχε ξεχάσει τον προηγούμενο καυγά.
- Τι μπράβο ρε; Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα έκανα μέσα στη ζέστη; Σαράντα πέντε. Νααααααα, κακό χρόνο νάχετε, πάλι έβρισε μουτζώνοντας ο μπαμπάς.
Το βράδι φάγαμε και κοιμηθήκαμε όμως ο μπαμπάς και πάλι άρχισε να βρίζει, επειδή τα κουνούπια τον τσιμπούσαμε ολούθε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έτσι έστησε άλλον ένα καυγά με την μαμά, διότι είχε ξεχάσει να πάρει φιδάκια και ταμπλέτες.
Τέλος πάντων κάποτε είπαμε καληνύχτα και κοιμηθήκαμε, αφού είχαν κοιμηθεί, χορτασμένα πιά, και τα κουνούπια.
Το πρωί ξυπνήσαμε και καθίσαμε να φάμε πρωινό, αλλά ο μπαμπάς άρχισε να βρίζει τα τζιτζίκια , που μας είχανε πάρει τ’ αυτιά.
Σηκώθηκε φουρτουνιασμένος και πήγε μέσα να δει τις πρωινές ειδήσεις στην τηλεόραση. Σε λίγο ακούσαμε τον μπαμπά να βρίζει και να φωνάζει «να ρε άχρηστοι που μας ήπιατε το αίμα».
Μετά είχαμε και τις πυρκαγιές, που, κατά πω λένε οι μεγάλοι, έκαψαν μόνο στη Δυτική Αττική, πάνω από 100.000 στρέμματα. Μετά βγήκε κάποιος στην τηλεόραση και είπε ότι «όλα λειτούργησαν άψογα». Τότε εγώ ρώτησα τον μπαμπά: «Μπαμπά τι θα πει ‘’άψογα’’;» και ο μπαμπάς μου απάντησε φουρκισμένος «Πάψε μη τα πληρώσεις εσύ τώρα». Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.
Έτσι πέρασε το καλοκαίρι. Ο μπαμπάς έβριζε, η μαμά μαγείρευε κι’ εγώ έπαιζα και μάλωνα με την μικρή μου αδελφή την Νινή.

.jpg)