Παρά τις αμετάκλητες κρίσεις της Δικαιοσύνης ως προς την ενοχή τους για όσα δεν έπραξαν οδηγώντας στον θάνατο 120 ανθρώπους και στις μόνιμες βλάβες άλλων 57, η κυβέρνηση δεν έχει ανακαλέσει τους τιμητικούς χαρακτηρισμούς και τίτλους που διατηρούν οι καταδικασθέντες πρώην αξιωματικοί του Πυροσβεστικού Σώματος.
- Από το
Νάσο Χατζητσάκο
Ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών έφερε το θέμα στην επιφάνεια ζητώντας την αφαίρεση του «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους» και των τίτλων «επίτιμου αρχηγού» από τα πρόσωπα που τελεσίδικα συνδέθηκαν με την τραγωδία των 120 νεκρών και των 57 εγκαυματιών.
Σε έναν μήνα από σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από την τραγωδία στο Μάτι. Και εύλογα προκύπτει το ερώτημα με βάση όσα έχουν και όσα, κυρίως, δεν έχουν γίνει, σε ποιο κράτος του κόσμου, του λεγόμενου δυτικού κόσμου, θα μπορούσε να σταθεί με βάση τη στοιχειώδη λογική και ηθική η απόδοση -και κυρίως η διατήρηση- του χαρακτηρισμού «ευδοκίμως διατελέσαντες» (επί της ουσίας, «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους») και του τίτλου του «επίτιμου αρχηγού» σε αξιωματικούς οι οποίοι κρίθηκαν οριστικά και αμετάκλητα ως προς την ενοχή τους για τραγικές πράξεις και παραλείψεις άμεσα συνδεδεμένες με τον θάνατο 120 ανθρώπων (μεταξύ των οποίων 11 παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 13 ετών) και την πρόκληση σε ακόμη 57 ανθρώπους σοβαρών και, σε πολλές περιπτώσεις, μόνιμων βλαβών;
Στην Ελλάδα, στη χώρα όπου αντί της αριστείας επιβραβεύεται συχνά, είτε θεσμικά είτε ανεπίσημα, η επικίνδυνη αχρηστία -ακούσια ή μη-, αυτό δεν είναι θεωρητικό ερώτημα. Είναι γεγονός. Αξιωματικοί οι οποίοι αποστρατεύτηκαν μετά την τραγωδία στο Μάτι, το καλοκαίρι του 2018, και οι οποίοι στη συνέχεια καταδικάστηκαν για αποδεδειγμένη αδράνεια, σοβαρή επιχειρησιακή ανεπάρκεια, παραλείψεις και μη εκπλήρωση του καθήκοντός τους να προστατεύσουν, ως όφειλαν, τους πολίτες έλαβαν πριν από τις καταδίκες τους -και εξακολουθούν να διατηρούν μετά την αμετάκλητη κρίση της Δικαιοσύνης ως προς την ενοχή τους- τιμητικούς χαρακτηρισμούς και τίτλους.
Το απίστευτο κι όμως αληθινό αυτό θέμα έφερε στη δημοσιότητα την Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026 ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην ανατολική Αττική, με υπόμνημα-αίτημα το οποίο κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα, στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, στον πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, στις πολιτικές ηγεσίες των υπουργείων Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Εθνικής Αμυνας, στους αρχηγούς και τα μέλη των κοινοβουλευτικών ομάδων και στον αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος.
Το θέμα του υπομνήματος ήταν σαφές: «Αίτημα ανάκλησης του χαρακτηρισμού “ευδοκίμως διατελέσαντες” και κάθε συναφούς τιμητικής διάκρισης από ανώτατους αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος που έχουν κριθεί ένοχοι για πράξεις και παραλείψεις συνδεόμενες με τον θάνατο και τις σοβαρές μόνιμες βλάβες πολιτών».
Στην πρώτη ανάγνωση του υπομνήματος που υπέβαλε ο σύλλογος προς τους αρμόδιους πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες, το ερώτημα προέκυψε σχεδόν αυτονόητα: Είναι δυνατόν πρώην αξιωματικοί, οι οποίοι ήταν εν ενεργεία την κρίσιμη περίοδο και κρίθηκαν οριστικά και αμετάκλητα ένοχοι για όσα δεν έπραξαν στο Μάτι, να εξακολουθούν να φέρουν τιμητικούς χαρακτηρισμούς και τίτλους;
Το ρεπορτάζ της «δημοκρατίας», με αφορμή το αίτημα του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018, οδηγεί σε μια απάντηση που σε οποιαδήποτε άλλη σοβαρή χώρα θα ακουγόταν αδιανόητη. Οχι ένας, όχι δύο, αλλά τουλάχιστον έξι από τους τότε εν ενεργεία αξιωματικούς, οι οποίοι στη συνέχεια κρίθηκαν ένοχοι από τη Δικαιοσύνη, εξακολουθούν, με ακέραιη την ευθύνη της Πολιτείας, να διατηρούν τον χαρακτηρισμό «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους». Ακόμα δύο πρόσωπα της τότε ηγεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος, ο Σωτήρης Τερζούδης και ο Βασίλειος Ματθαιόπουλος, έχουν διατελέσει αρχηγοί του Π.Σ. και φέρουν τον τίτλο του «επίτιμου αρχηγού» του Πυροσβεστικού Σώματος.
Συγκεκριμένα, οι αξιωματικοί που εμφανίζονται στις κρίσεις του Πυροσβεστικού Σώματος ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους» και στη συνέχεια καταδικάστηκαν για την υπόθεση της τραγωδίας στο Μάτι είναι οι εξής:
– Ιωάννης Φωστιέρης, τότε διοικητής του ΕΣΚΕ, στον οποίο επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή 340 ετών, με 5 έτη εκτιτέα.
– Φίλιππος Παντελεάκος, τότε διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή 238 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε χρηματική.
– Νικόλαος Παναγιωτόπουλος, τότε διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Αθηνών, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή 238 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, μετατρεπόμενη σε χρηματική.
– Χρήστος Γκολφίνος, τότε διευθυντής του «199», στον οποίο επιβλήθηκε ποινή 238 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, μετατρεπόμενη σε χρηματική.
– Δαμιανός Παπαδόπουλος, τότε διοικητής του Πυροσβεστικού Σταθμού Νέας Μάκρης, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή 238 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, μετατρεπόμενη σε χρηματική.
– Χαράλαμπος Χιώνης, τότε διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Ανατολικής Αττικής, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή 238 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, μετατρεπόμενη σε χρηματική.
Στην ίδια θεσμική και ηθική εξίσωση βρίσκονται και οι δύο πρώην αρχηγοί του Πυροσβεστικού Σώματος. Ο Σωτήρης Τερζούδης, αρχηγός του Π.Σ. την ημέρα της τραγωδίας, είναι επίτιμος αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος.
Ο Βασίλειος Ματθαιόπουλος, τότε υπαρχηγός και στη συνέχεια αρχηγός του Π.Σ., είναι επίσης επίτιμος αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος. Και στους δύο επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή 340 ετών, με 5 έτη εκτιτέα, ενώ η ενοχή τους έχει πλέον καταστεί αμετάκλητη. Για τον Ματθαιόπουλο και τον Τερζούδη, όπως και για τον Ιωάννη Καπάκη, εκκρεμεί νέα κρίση μόνο ως προς το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και, συνακόλουθα, ως προς το σκέλος της ποινής.
Από ψυχρή νομική σκοπιά, και με μάτια ερμητικά κλειστά απέναντι στο κοινό περί δικαίου αίσθημα, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι ο όρος «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους» δεν σημαίνει ότι οι αξιωματικοί αυτοί αθωώθηκαν.
Είναι, θα έλεγε ένας αξιωματούχος, ένας διοικητικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται μέσα στο σύστημα ιεραρχίας, κρίσεων, προαγωγών και αποστρατειών των αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος. Και, πράγματι, ο χαρακτηρισμός αυτός αποδόθηκε πριν από τις καταδίκες τους, όταν ακόμη ίσχυε γι’ αυτούς το τεκμήριο της αθωότητας.
Να το δεχτεί, λοιπόν, καλοπροαίρετα ο πολίτης. Να δεχτεί ότι πριν από την καταδικαστική κρίση της Δικαιοσύνης η Πολιτεία δεν μπορούσε να τους θεωρήσει ενόχους. Να δεχτεί ακόμη ότι η Διοίκηση επέλεξε τότε να αφήσει στην άκρη το γεγονός πως τα εν λόγω στελέχη συνδέονταν υπηρεσιακά με μια πρωτοφανή εθνική τραγωδία και τελούσαν υπό δικαστική διερεύνηση.
Ομως, μετά την καταδίκη τους και ακόμη περισσότερο μετά την αμετάκλητη κρίση για την ενοχή τους, η Πολιτεία και συγκεκριμένα η κυβέρνηση όφειλαν να κάνουν το αυτονόητο, χωρίς να χρειαστεί να μπει σε ακόμα μία βάσανο ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην ανατολική Αττική. Χωρίς να χρειαστεί να ζητούν οι οικογένειες των νεκρών και ζωντανών θυμάτων το προφανές: να επανεξεταστεί και να ανακληθεί κάθε τιμητικός χαρακτηρισμός ή τίτλος από πρόσωπα που καταδικάστηκαν για πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνδέθηκαν με μια τραγωδία τέτοιας έκτασης.
Από τη στιγμή που υπάρχει καταδίκη, ο χαρακτηρισμός «ευδοκίμως» συγκρούεται με τη λογική και με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Αυτό δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Αποτελεί προσβολή. Είναι ύβρις στη μνήμη των νεκρών και όσων κατάφεραν να επιζήσουν από την τραγωδία στο Μάτι, χωρίς ποτέ να εξαφανιστούν οι επώδυνες πληγές από τα σώματα και τις ψυχές τους. Αποτελεί προσβολή ακόμη και απέναντι σε όσους υπηρετούν καθημερινά στο Πυροσβεστικό Σώμα, αντιλαμβανόμενοι ότι τιμή χωρίς ευθύνη δεν είναι τιμή.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι βαθιά πολιτικό και ηθικό: Μπορεί ένα κράτος να αποδέχεται ότι η Δικαιοσύνη έκρινε αμετάκλητα ενόχους συγκεκριμένους αξιωματικούς για πράξεις και παραλείψεις που συνδέθηκαν με μια εθνική τραγωδία και ταυτόχρονα να τους αφήνει να διατηρούν τιμητικούς τίτλους;
«Δεν ντρέπεστε, ρε;»
Δεν ντρέπεστε, ρε; Δεν έχετε καν μια στάλα τσίπα; Δεν είστε άνθρωποι, αλλά πολιτικά απάνθρωποι; Εδώ και 13 ημέρες ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική έχει στείλει υπόμνημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον συνήθως λαλίστατο στα social media πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, στον πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, στην Επιτροπή Θεσμών, σε υπουργούς, στους αρχηγούς και στα μέλη των κοινοβουλευτικών ομάδων, στον αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος και τον Συνήγορο του Πολίτη.
Και τι ζητά; Το αυτονόητο. Να ανακληθούν οι τιμητικοί χαρακτηρισμοί και οι τίτλοι από πρόσωπα που κρίθηκαν ένοχα για πράξεις και παραλείψεις οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο και τον βασανισμό δεκάδες ανθρώπους στο Μάτι. Και τι πήρε πίσω; Εκκωφαντική σιωπή! Μόνο δύο βουλευτές ενδιαφέρθηκαν και ζήτησαν στοιχεία, ενδεχομένως αυτοβούλως (ένας ανεξάρτητος και ένας από κόμμα της αντιπολίτευσης). Ολοι οι υπόλοιποι παραμένουν άφαντοι. Σιωπηλοί μπροστά στους νεκρούς. Βουβοί μπροστά στους εγκαυματίες. Αδιάφοροι μπροστά στο «ευδοκίμως» που στέκεται ακόμα πάνω στα αποκαΐδια.
Αυτό δεν είναι αμηχανία, δεν είναι μια απλή καθυστέρηση ή μια ακίνδυνη αδιαφορία. Είναι μια επικίνδυνη μέγιστη πολιτική ξεφτίλα.
https://www.dimokratia.gr/ellada/710959/eydokimos-diatelesantes-oi-enochoi-sto-mati/
