Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Μια ζωή την έχουμε και οι 3.000 μανδαρίνοι


 


Στην κλασική πλέον ταινία του Γιώργου Τζαβέλα «Μια ζωή την έχουμε» (1958), ο Δημήτρης Χορν υποδύεται τον Κλέονα, ταμία της Ευρωπιστωτικής Τραπέζης, ο οποίος μόλις έχει ανακαλύψει στο ταμείο του ένα πλεόνασμα 1.101.101,10 (Ένα εκατομμύριο, εκατόν μία χιλιάδες και δέκα λεπτά)», ποσό κολοσσιαίο για εκείνον τον καιρό.

  • Γράφει ο Υπτγος ε.α.Χρήστος Μπολώσης

Καθώς το πλεόνασμα δεν έχει καταγραφεί πουθενά, το μοναδικό εμπόδιο για να το καταχραστεί ο Κέων είναι η… τιμιότητά του. Ο συνάδελφός του Μανώλης (Περικλής Χριστοφορίδης), ως άλλος Εωσφόρος, τον ρωτάει πονηρά: «Τη θεωρία του μανδαρίνου την ξέρεις;». «Ποιανού;», επιστρέφει ο Κλέων την ερώτηση αφηρημένα. «Εάν σου πουν, του εξηγεί ο Μανώλης, ότι τώρα εδώ στην Αθήνα θα πατήσεις ένα κουμπί και την ίδια στιγμή στα βάθη της Κίνας θα πεθάνουν τρεις χιλιάδες μανδαρίνοι, αλλά εσύ θα γίνεις πάμπλουτος, το πατάς το κουμπί ή όχι;».

«Τρεις χιλιάδες μανδαρίνοι, στα βάθη της Κίνας», μονολογεί στοχαστικά ο Κλέων. «Κίτρινοι σαν τις χρυσές τις λίρες», τον τσιγκλάει ξανά ο Μανώλης. Ο Κλέων υπολογίζει αστραπιαία, με βάση την τότε ισοτιμία χρυσής λίρας και δραχμής: «Πες τρεισήμισι (χιλιάδες). Κάθε μανδαρίνος και λίρα». Κουνάει αποφατικά το κεφάλι του, λιγότερο σίγουρος αυτή τη φορά: «Και πάλι θα το σκεφτόμουνα».

Να, αυτά σκεφτόμουνα κι’ εγώ σαν τον Κλέονα, καθώς παρακολουθούσα στην τηλεόραση από ειδικό την 3.278 η ανάλυση για τον πόλεμο στο Ιράν. Ο εμβριθής αναλυτής, καθήμενος πίσω από το επιμελώς ατακτοποίητο γραφείο του κάργα φακέλους και βιβλία και μπροστά από την βιβλιοθήκη του σπιτιού του, με πληροφορούσε τι θα κάνει τις αμέσως προσεχείς ώρες ο Τραμπ, πώς θα τον βοηθήσει ο Νετανιάχου και πώς θα αντιδράσει ο Μοτζτάμπα Χαμενεί. Επίσης απεκάλυπτε τις μύχιες σκέψεις του Πούτιν, τα κρυφά σχέδια του Μακρόν το τι σκέφτεται και τι συλλογάται ο Ζελένσκι. Το μόνο που δεν μας εξήγησε ήταν το γιατί έφαγε πεντάρα η Τσέλσι στο Παρίσι και τεσσάρα στην έδρα της η Τσέλιε από την ΑΕΚάρα.

Εκεί που με γλυκοέπαιρνε ο ύπνος, μού ρθε αυτή η σκηνή από την ταινία «Μια ζωή την έχουμε», που ανέφερα στην αρχή του σημειώματος και ξαγρύπνησα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άρχισα να αναλύω κι΄ εγώ στο στεφάνι μου, μη υπάρχοντος ετέρου ακροατηρίου, τις σκέψεις μου περί πολέμου, ως άλλος Κλαούζεβιτς. Είναι φανερό ότι το στεφάνι μου δεν πολυενθουσιάστηκε, αλλά αυτό λίγη σημασία είχε για μένα. Εγώ είχα βρει ακροατήριο για να αναλύσω! Και άρχισα…

– Εν αρχή ην το ρόπαλο, αποφάνθηκα.
– Το ποιο; Ρώτησε νυσταγμένα το στεφάνι μου.
– Το ρόπαλο παιδί μου, το ρόπαλο. Αυτό ήταν το πρώτο όπλο που χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι για να πολεμάνε μεταξύ τους. Και ύστερα…
– Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, έκανε το χιουμοράκι της η συμβία μου. Προσπέρασα την χιουμοριστική νότα και συνέχισα.
– Πριν έρθουν οι μέλισσες, άρχισαν οι εφευρέσεις. Το ακόντιο, το τόξο, οι καταπέλτες, ο πολιορκητικός κριός, το Υγρό Πυρ, το καυτό λάδι, η πυρίτιδα και ούτω καθεξής, μέχρι που φτάσαμε στους πυραύλους που πατάς ένα κουμπί στην Αμερική και ο πύραυλος προσγειώνεται στο κεφάλι κάποιου δυστυχούς στην άλλη άκρη της γης.

Κατάλαβες; Όχι. Το στεφάνι μου δεν είχε καταλάβει διότι εν τω μεταξύ τόσο πολύ την είχε γοητεύσει «διάλεξή» μου, ώστε την… πήρε ο ύπνος. Εγώ όμως, είχα φτάσει στο σημείο από το οποίο ξεκίνησα.

Και εξηγούμαι. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, στους πολέμους, έβλεπες τον αντίπαλό σου στις μάχες σώμα με σώμα που δίνονταν. Πολλές φορές μάλιστα αυτή η προσέγγιση έγινε και αφορμή για πρωτόγνωρα γεγονότα, όπως εκείνο με τον κοινό εορτασμό των Χριστουγέννων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν, αυθόρμητα, Γερμανοί και Βρετανοί στρατιώτες σταμάτησαν τις μάχες, τραγούδησαν κάλαντα, αντάλλαξαν δώρα (τσιγάρα, κονσέρβες) και έθαψαν τους νεκρούς στη «νεκρή ζώνη», δημιουργώντας μια σπάνια στιγμή ανθρωπιάς μέσα στη φρίκη του πολέμου. Αυτό το γεγονός από πολλούς αμφισβητείται, αλλά μάλλον συνέβη.
Αυτά παλιά. Για να έρθουμε στο σήμερα, όπου και αναφύεται το δίλημμα του Μανδαρίνου:

«Εάν σου πουν, ότι τώρα εδώ π.χ. στην Ουάσιγκτον ή στο Πεκίνο ή στη Βαγδάτη ή στη Μόσχα θα πατήσεις ένα κουμπί και την ίδια στιγμή στα βάθη σε μια χώρα πολύ μακρινή θα πεθάνουν τρεις χιλιάδες αθώοι, αλλά εσύ θα γίνεις πάμπλουτος (είτε βάζοντας χέρι σε πετρελαιοπηγές, είτε αποκτώντας σπάνιες γαίες), το πατάς το κουμπί ή όχι;» Εδώ την απάντηση δεν την γνωρίζουμε. Την ψυλλιαζόμαστε ναι, αλλά δεν την γνωρίζουμε.
Τι λέτε πέτυχε η ανάλυση;…




πηγή: https://www.dimokratia.gr/apopseis/669430/mia-zoi-tin-echoyme-kai-oi-3-000-mandarinoi/