Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Οταν πήραμε τη Θεσσαλία και την Αρτα


 

 
Ολες τις επεκτάσεις των συνόρων του ελληνικού κράτους λίγο-πολύ τις γνωρίζουμε. Αυτή για την οποία όχι απλώς ξέρουμε τα λιγότερα αλλά καμιά φορά ξεχνάμε ακόμα και το πότε έγινε είναι η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της επαρχίας της Αρτας, που υπεγράφη στις 2 Ιουλίου 1881, ειρηνικά και αναίμακτα. Μη με ρωτάτε γιατί. Κι εγώ με την απορία ζω

Ελένη Λετώνη


Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της επαρχίας της Αρτας στον εθνικό κορμό αποτελεί τη δεύτερη επέκταση των συνόρων του ελληνικού κράτους – και την πρώτη σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οπως ξέρουμε, τα Επτάνησα, που είχαν προσαρτηθεί 17 χρόνια νωρίτερα, βρίσκονταν υπό βρετανική κυριαρχία και παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με την ανάρρηση του βασιλιά Γεωργίου Α’ στον θρόνο. 

Ειρηνικά λοιπόν προσαρτήθηκαν τα Επτάνησα το 1864, ειρηνικά και η Θεσσαλία με την επαρχία της Αρτας το 1881. Τα Επτάνησα δόθηκαν «προίκα» στον βασιλιά Γεώργιο, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Με τη Θεσσαλία και την επαρχία της Αρτας, όμως, τι παίχτηκε, παιδιά; Πώς και μας τις έδωσαν; Εδώ το πράγμα αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον – μυθιστορηματικό, θα μπορούσε να πει κανείς. 

Ολα ξεκίνησαν με έναν πόλεμο που δεν προλάβαμε. Ναι, καλά διαβάσατε. Τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878 δεν τον προλάβαμε. Ολοι οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι είχαν μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας, αλλά εμείς απόφαση δεν μπορούσαμε να πάρουμε. Οι Ρώσοι μας έλεγαν να μπούμε, οι Βρετανοί μας έλεγαν να καθίσουμε ήσυχοι, και εμείς βρισκόμασταν στη μέση. Κλασικά. Και όταν τελικά, με τα πολλά, αποφασίσαμε να μπούμε στον πόλεμο και φτάσαμε στα σύνορά μας στον Δομοκό, πληροφορηθήκαμε ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει τρεις μέρες νωρίτερα. Τι να πεις 

Και αν νομίζετε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα, πλανάστε πλάνην οικτράν. Διότι η Ρωσία και η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψαν την περίφημη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας 

Ευτυχώς για εμάς, αυτό δεν άρεσε στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες παρενέβησαν και συγκλήθηκε άμεσα το Συνέδριο του Βερολίνου. Εκεί, όχι μόνο αναιρέθηκαν όσα είχαν συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αλλά εκδόθηκε και ένα πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο προσκαλείτο η Yψηλή Πύλη να συμφωνήσει με την Eλλάδα σε μια νέα ρύθμιση των συνόρων στη Θεσσαλία και στην Ηπειρο. 

Να αναφέρουμε εδώ ότι η κυβέρνηση Κουμουνδούρου υποστήριζε εμμέσως πλην σαφώς τις επαναστατικές εστίες που είχαν ανάψει σε Θεσσαλία και Ηπειρο κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου, ώστε αργότερα να μπορεί να αξιοποιήσει τον ξεσηκωμό των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών ως διαπραγματευτικό χαρτί. 

Οι πρώτες συζητήσεις ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1879 στην Πρέβεζα, ενώ ακολούθησε δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς στην Κωνσταντινούπολη, με την ενεργή συμμετοχή και ξένων πρεσβευτών. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του φιλελεύθερου βρετανού πολιτικού Γκλάδστοουν, ο οποίος, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, φρόντισε να πραγματοποιηθεί νέα συνάντηση στο Βερολίνο τον Ιούνιο του 1880 

Τον Φεβρουάριο του 1881, σε νέα συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, η Πύλη κατόρθωσε να μειώσει τα εδάφη που θα παραχωρούνταν στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τις αντιδράσεις των Αλβανών στην Ηπειρο αλλά και θέματα στρατηγικής σημασίας που αφορούσαν ορισμένα περάσματα στη Θεσσαλία. Η τελική απόφαση ανακοινώθηκε στην ελληνική κυβέρνηση στις 28 Μαρτίου 1881 και έγινε αποδεκτή. Σαράντα μέρες αργότερα, στις 24 Μαΐου 1881 (ν.η.), οι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Πύλης υπέγραψαν τη Σύμβαση στην Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο μήνα, στις 2 Ιουλίου 1881 (ν.η.), υπεγράφη το ίδιο κείμενο ανάμεσα σε Ελλάδα και Οθωμανική Αυτοκρατορία, σύμφωνα με το οποίο παραχωρούνταν στο ελληνικό κράτος η Θεσσαλία, εκτός από την Ελασσόνα, καθώς και η επαρχία της Αρτας. 

Αμέσως ξεκίνησε η εκκένωση των περιοχών από τους Οθωμανούς. Η ενσωμάτωση των νέων περιοχών στο ελληνικό κράτος ξεκίνησε με την Αρτα στις 23 Ιουνίου 1881. Την προηγούμενη μέρα η εφημερίδα Θεσσαλική έγραφε: «Τα δεσμά της δουλείας εθραύσθησαν. Η Αρτα, πόλις ιστορική, ρίπτεται ελευθέρα εις τας αγκάλας της μητρός». Ο ελληνικός στρατός μπήκε στις 8 Αυγούστου στον Δομοκό, στις 18 Αυγούστου στην Καρδίτσα, στις 23 Αυγούστου στα Τρίκαλα, στις 31 Αυγούστου στη σημαιοστολισμένη πόλη της Λάρισας, ενώ τελευταίος απελευθερώθηκε ο Βόλος στις 21 Οκτωβρίου 1881. 

Με την ενσωμάτωση των νέων εδαφών αυξήθηκε η έκταση της Ελλάδας κατά 13.300 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός της κατά περίπου 300.000 κατοίκους. Πολύ σημαντικό ήταν το γεγονός ότι τα εδάφη που προσαρτήθηκαν ήταν ιδιαίτερα εύφορα. Βέβαια, η ύπαρξη των τσιφλικιών και η πώλησή τους από τους τούρκους ιδιοκτήτες, κυρίως σε Ελληνες του εξωτερικού, σήμαινε μεν ότι δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά επιδεινώθηκε η ήδη κακή θέση των κολίγων, δηλαδή των καλλιεργητών του θεσσαλικού κάμπου. Παράλληλα, το ζήτημα της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών και της διανομής των γαιών στους ακτήμονες καλλιεργητές παρέμεινε άλυτο για πολλά χρόνια. 


Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι στις εκλογές που έγιναν μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών ένταξης των νέων περιοχών στην ελληνική επικράτεια, αντί οι κάτοικοί τους να ψηφίσουν τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο για τις επίμονες προσπάθειές του, εκείνοι στήριξαν τον Τρικούπη χαρίζοντάς του την εκλογική νίκη! Γιατί; Ελα μου ντε! Πάντως, ύστερα από αυτή την εκλογική ήττα, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος αποσύρθηκε από την πολιτική και πέθανε 14 μήνες αργότερα. Τουλάχιστον, στις πόλεις της Θεσσαλίας το όνομά του έχει δοθεί σε αρκετούς δρόμους, ως ελάχιστο φόρο τιμής στον άνθρωπο που αγωνίστηκε και πέτυχε την ένωσή τους με τη μητέρα-πατρίδα. 


Πηγή: Protagon.gr