Η Ελλάδα δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ σε επιτήρηση, φίλες και φίλοι. Ποτέ. Αφήσαμε τις εποχές αυτές πίσω μας.
Λέω, λοιπόν, είναι δικαίωμα οποιουδήποτε πολιτικού να είναι εμπαθής ή μονίμως θυμωμένος, όχι όμως και παντελώς αδιάβαστος.
Ενώ ειδικά, θα το ξαναπώ για το δημόσιο χρέος, θα θυμίσω σε όσους μας ασκούν κριτική από το ΠΑΣΟΚ -ίσως το θυμούνται οι παλαιότεροι- ποια ήταν τα λόγια του Ανδρέα Παπανδρέου: «Είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος είτε αυτό θα εξαφανίσει το έθνος».
Λοιπόν, εμείς το χρέος το μειώνουμε, το εξαφανίζουμε καθημερινά, ύστερα από πολλές δεκαετίες. Η Ελλάδα δεν δανείζεται πια βάζοντας ενέχυρο το μέλλον των επόμενων γενεών.
Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, ότι η απέναντι όχθη αδυνατεί να αντιπαρατεθεί στις δικές μας πολιτικές προτείνοντας, έστω, κάποια εναλλακτική λύση.
Γι’ αυτό και βλέπετε ότι οι δυνάμεις τους συσπειρώνονται με βάση το ψέμα και με βάση την τοξικότητα. Πότε χορεύοντας στους σκοπούς της «ξυλολιάδας», προσβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο το εθνικό δράμα των Τεμπών, πότε βαφτίζοντας τάχα «κυβερνητικό σκάνδαλο» κάθε πραγματική αδυναμία της δημόσιας ζωής.
Περιμένετε πάντως ότι από τώρα μέχρι τις εκλογές αυτές οι επιθέσεις θα ενταθούν. Δεν χρειάζεται να σας θυμίσω τι έχω ακούσει εγώ: «δολοφόνος», «μειοδότης», «υπηρέτης ξένων συμφερόντων». Θα θυμίσω, όμως, τι έχουν πει για την παράταξη μας. Μας ονόμασαν «μαφία», «συμμορία», «εγκληματική οργάνωση». Δεν απορώ. Γιατί ξέρω ότι σε όποιον λείπουν τα επιχειρήματα, περισσεύει το θράσος, περισσεύει η εμπάθεια, περισσεύει το μίσος. Αυτό που παραλίγο να σκοτώσει τον Γιώργο Μυλωνάκη, που όλοι περιμένουμε ξανά σύντομα κοντά μας.
Προειδοποιώ, όμως, ότι η μάχη θα είναι σκληρή. Με όλους αυτούς οι οποίοι με αναίδεια μιλάνε για «θεριστές». «Θεριστές», ενώ στην ζωή τους δεν προσέφεραν ποτέ ούτε έναν καρπό.
Με εκείνους που μιλούν για δήθεν «κουρασμένη κυβέρνηση», όταν αυτοί δεν έχουν κουραστεί να χάνουν τόσα χρόνια.
Όπως και με κάποιους που σχολιάζουν ότι «εμείς την ιδρώνουμε τη φανέλα», την ώρα που οι ίδιοι δεν ξέρουν ακόμα τι χρώμα φανέλα προτιμούν. Η δική μας φανέλα είναι γαλάζια και γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε. Και είμαστε υπερήφανοι που την ιδρώνουμε.
Εμείς τους αφήνουμε στη δύση τους και ξεκινάμε για την καινούργια ελπιδοφόρα ανατολή της πατρίδας, χωρίς να λέμε ότι όλα έγιναν σωστά.
Υπάρχουν ακόμα αστοχίες και λάθη, που πρέπει να διορθωθούν. Υπάρχουν αριθμοί προόδου ως προς τα βασικά μακροοικονομικά δεδομένα της οικονομίας, που πρέπει να τα μεταφραστούν σε πρόοδο στη ζωή κάθε νοικοκυριού.
Υπάρχουν πλευρές του εαυτού μας τις οποίες έχουμε χρέος να αλλάξουμε, ώστε οι προθέσεις να μετουσιωθούν σε απτό έργο.
Φίλες και φίλοι, η σταθερότητα που κατακτήσαμε δεν σημαίνει στασιμότητα, αλλά κινητήρια δύναμη για πιο μεγάλες ταχύτητες. Με ταχύτητες να υπερβούμε παθογένειες, κάποιες από αυτές συνοδεύουν το κράτος από την ίδρυσή του.
Είναι παλαιοκομματικές αντιλήψεις που μπορεί ακόμα να υπάρχουν και ανάμεσά μας. Αλλά, μην γελιέστε, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν έχουμε προβλήματα ως χώρα -προφανώς έχουμε και πολλά.
Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να τα αντιμετωπίσει. Και εδώ δεν χωρεί δεύτερη απάντηση: μόνο η Νέα Δημοκρατία ξέρει και μπορεί να κρατήσει με σιγουριά το τιμόνι του εθνικού σκάφους, να συγκρουστεί με αδυναμίες, να χαράξει ασφαλή πορεία σε νερά αχαρτογράφητα, οικοδομώντας βήμα-βήμα την Ελλάδα του αύριο, προτάσσοντας το αποτέλεσμα από τη διαμαρτυρία, τον πατριωτισμό της ευθύνης από τα πομπώδη συνθήματα και τη συλλογική πρόοδο ως τον μόνο δρόμο για την ατομική ευημερία.
Όπλο και εφόδιο σε αυτή την προσπάθεια είναι η ίδια η παράταξή μας. Ναι, είμαστε η ιστορική παράταξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που μας δίδαξε να ενσωματώνουμε στην παράδοσή μας κάθε νέα ιδέα που προβάλλει χρήσιμη για τον τόπο.
Είμαστε η φιλελεύθερη δύναμη των μεγάλων επιλογών. Είμαστε το κόμμα που καλείται να γίνει και πάλι ο φορέας που το 2019 ένωσε τους Έλληνες, το 2023 τους συσπείρωσε ξανά σε μια δημιουργική συνέχεια. Είναι κάτι με ξεχωριστή σημασία, καθώς ο κόσμος γίνεται πιο σκληρός, πιο ανταγωνιστικός, πιο κατακερματισμένος.
Δεν επιλέξαμε τυχαία το «Ελλάδα 2030». Η επόμενη πενταετία θα είναι μία κρίσιμη πενταετία, θα είναι μία πενταετία επιλογών που θα καθορίσουν το μέλλον της πατρίδας μας.
Για μία νέου τύπου παραγωγή, για μια άμυνα αυτόνομη και αυτοδύναμη, ώστε να μπορέσουμε εμείς να αναπτύξουμε τη δική μας εγχώρια αμυντική βιομηχανία, για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών, για ένα ευέλικτο κράτος, ένα καινούργιο συμβόλαιο με την κοινωνία, που θα εδράζεται στον ρεαλισμό, στην αυτογνωσία και στο αποτέλεσμα.
Εγώ δεν θα κρυφτώ ούτε από εσάς, ούτε από τους πολίτες. Σήμερα δεν μπορούμε να συζητούμε στην πατρίδα μας για εθνική στρατηγική, χωρίς αυτή να εντάσσεται στον ορίζοντα ενός πλανήτη που αλλάζει δραματικά. Σταθερές από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά ανατρέπονται.
Τώρα κρίνεται αν η Ελλάδα θα έχει τη δική της θέση στις εξελίξεις ή αν θα ξαναγίνει ουραγός. Τώρα κρίνεται αν θα αποδειχθεί η πατρίδα μας διορατική και ανθεκτική, κατακτώντας δεξιότητες και προωθώντας μεταρρυθμίσεις που θα την κάνουν μέρος της νέας εποχής.
Κανείς σήμερα δεν έχει αύριο αν δεν αυξήσει την παραγωγικότητά του, προσαρμοσμένη μάλιστα στα νέα δεδομένα μιας παγκόσμιας αγοράς -πάρτε, για παράδειγμα, τον πρωτογενή τομέα: τεράστιες προκλήσεις αλλά και τεράστιες ευκαιρίες, η επόμενη τετραετία της Νέας Δημοκρατίας, εφόσον μας εμπιστευτούν οι Έλληνες πολίτες, πρέπει να είναι η τετραετία της πραγματικής ανάταξης του πρωτογενούς μας τομέα-, αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα που αναδεικνύουν οι σύγχρονες κοινωνίες, της ρευστότητας και των εντυπώσεων. Αλλά, πάνω από όλα, η μεγαλύτερη πρόκληση από όλες, αν δεν προετοιμαστούμε για την πρωτοφανή επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να μην αντικαταστήσει στην πραγματικότητα, να τεθεί στην υπηρεσία των πολιτών και του κράτους.
Αντιλαμβάνεστε ότι σε τέτοιες συνθήκες, με αυτές τις προκλήσεις και με δεδομένη την ανεπάρκεια της σημερινής αντιπολίτευσης -ανοίγω μία παρένθεση: για τίποτα από όλα αυτά δεν συζητούμε σήμερα στη Βουλή, για τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούμε να έχουμε μία ουσιαστική αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, και είναι κρίμα, πραγματικά-, αλλά σε αυτές τις συνθήκες η εμπειρία αναδεικνύεται σε καθοριστική προϋπόθεση.
Σε έναν δρόμο με ομίχλη, το ζητούμενο δεν είναι ο θόρυβος, όσο η πυξίδα. Αντί για υποσχέσεις της στιγμής, τώρα χρειάζεται και γνώση και εμπιστοσύνη, όχι μικρές διορθώσεις, «μερεμέτια» σε μεγάλες ελλείψεις. Χρειάζεται δυναμική ρήξη μαζί τους.
Σε όποιον, λοιπόν, ερωτά γιατί να μας ξαναψηφίσει, του απαντώ: γιατί κρατήσαμε την Ελλάδα στα δύσκολα και αποδείξαμε ότι μπορούμε να παίρνουμε δύσκολες αποφάσεις.
Γιατί επί των ημερών μας η χώρα ανέκτησε τη χαμένη της αξιοπιστία και την πίστη στις δυνατότητές της. Γιατί, όπως σας είπα, μείναμε συνεπείς σε αυτά τα οποία σας είπαμε ότι θα κάνουμε το 2023, έχοντας γνώση των κινδύνων και επίγνωση των αδυναμιών μας, μαζί και την εμπειρία να αλλάξουμε οριστικά αυτά που μας πληγώνουν.
Γιατί, επίσης, μια τρίτη τετραετία σημαίνει ότι δεν θα ρισκάρουμε να γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω.
Είμαστε η μόνη, είμαστε η κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Σκεφτείτε λίγο και συγκρίνετε τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Μετά από επτά χρόνια, παρά τη φθορά, παρά τη γκρίνια, παρά τα προβλήματα, η Νέα Δημοκρατία προηγείται του δεύτερου κόμματος με υπερδιπλάσιο ποσοστό. Αν αυτή δεν είναι πολιτική ανθεκτικότητα, αναρωτιέμαι τι είναι.
Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να εγγυηθούμε ότι όσα έχουμε πετύχει θα εδραιωθούν, χωρίς να τα ανατρέψει η ακυβερνησία ή, ακόμα χειρότερα, να ναυαγήσουν από μία κυβέρνηση μειοψηφίας ετερογενών δυνάμεων, με αποφάσεις που είτε θα καθυστερούν είτε θα χάνονται μέσα στους διαδρόμους των κομματικών παζαριών.
Και τέλος, ναι, πρέπει η Νέα Δημοκρατία να έχει τρίτη τετραετία, γιατί τον Ιούλιο του 2027 η πατρίδα μας αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια κρίσιμη συγκυρία, που η ίδια αναζητά τη στρατηγική αυτονομία της, σε μια συγκυρία που αναζητά την οργάνωση της κοινής της άμυνας, αλλά σε μία συγκυρία που θα πρέπει να κατανείμει τα νέα κονδύλια της αγροτικής πολιτικής. Κι αυτά ενώ, παράλληλα, θα πρέπει να υψώσει ενιαία «αναχώματα» στις συνέπειες του ρήγματος που άνοιξε η κρίση του Ιράν.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια είναι η πολιτική δύναμη που πέτυχε να φέρει από τις Βρυξέλλες τα 36 δισεκατομμύρια ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης;
Ποιος πρωτοστάτησε στο να δοθεί κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στην ενεργειακή κρίση, παλαιότερα στην πανδημία;
Ποια πολιτική δύναμη καθιέρωσε τα εθνικά μας σύνορα ως ευρωπαϊκά, όταν αυτά απειλήθηκαν, όταν το 2020 πήγαμε στον Έβρο με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ήμασταν λίγοι τότε αυτοί που μιλούσαμε για την εξωτερική διάσταση της μετανάστευσης. Σήμερα αυτή η ελληνική πολιτική έχει γίνει ευρωπαϊκή πολιτική.
Ποια είναι η πολιτική δύναμη που, όχι απλά βρέθηκε στο πλευρό της Κύπρου, αλλά κινητοποίησε όλη την Ευρώπη να σταθεί δίπλα στην Κύπρο;
Αν έπρεπε, λοιπόν, να το πω με μια εικόνα, γιατί κάποιος να μας ξαναψηφίσει, ας σκεφτεί μόνο ότι αν το τριψήφιο τηλέφωνο χτυπήσει στις 03:00 το πρωί, ποιος θα το σηκώσει και τι θα πει σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας;
Γι’ αυτό και λέω, το δίλημμα της επόμενης κάλπης είναι συγκεκριμένο. Δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης». Είναι «Μητσοτάκης ή Τσίπρας». Είναι «Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου», «Μητσοτάκης ή οποιοσδήποτε άλλος».
Δεν αναμετριόμαστε με το κενό. Αναμετριόμαστε με συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία διεκδικούν να αναλάβουν τη βαριά ευθύνη να καθίσουν στο γραφείο στο Μέγαρο Μαξίμου.
Και, όπως ανέφερα και στην αρχή, δίπλα στις κατακτήσεις του λαού μας αναγνωρίζω πρώτος τις δυσκολίες που ακόμα μας πολιορκούν.
Την ακρίβεια που επιμένει και επιτείνεται από τη σύγκρουση στο Ιράν.
Τα υψηλά ενοίκια που πληγώνουν όσους δεν έχουν σπίτι, παρά το γεγονός ότι παραπάνω από 21.000 συμπολίτες μας απέκτησαν σπίτι με το πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ».
Μια δημόσια διοίκηση που έχει κάνει μεγάλα βήματα προόδου αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε, ακόμα παραμένει μακριά από αυτό που θέλει και ζητά ο πολίτης.
Η επιτάχυνση της δικαιοσύνης έχει δρόμο να διανύσει.
Οι επιδόσεις των μαθητών μας υπολείπονται ακόμα στους διεθνείς δείκτες.
Είμαστε πίσω ακόμα στην οργάνωση του δημόσιου χώρου και στον περιορισμό της άναρχης δόμησης.
Ενώ τα κενά δεν λείπουν και σε τομείς της δημόσιας ζωής: από την πλήρη ανάταξη των σιδηροδρόμων, την καλύτερη αστυνόμευση, μέχρι την έγκαιρη παράδοση έργων, ειδικά στην περιφέρεια.
Αλλά κι εγώ ενοχλούμαι, ξέρετε. Πολλές φορές πρέπει να τρέχουμε από πίσω και έργα τα οποία έχουμε εξαγγείλει με πίεση και με κόπο να γίνονται πραγματικότητα. Είναι μια αλήθεια την οποία πρέπει να την αναγνωρίσουμε.
Και ένα στοίχημα ευρύτερο που αφορά σχεδόν το σύνολο των θεσμών, το πολιτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, τη λειτουργία του Δημοσίου και τη Δικαιοσύνη: η απουσία εμπιστοσύνης διαβρώνει την πίστη στη δημοκρατία, γίνεται τροχοπέδη στην συλλογική ευημερία.
Η σύγκρουσή μας με αυτό το οποίο αποκαλούμε «βαθύ κράτος» είναι διαρκής, με περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία, κυρίως, όμως, μεγαλύτερη ταχύτητα, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Γύρω από αυτά τα ελλείμματα, λοιπόν, στους θεσμούς και στη διοίκηση, που πρέπει να γίνουν πλεονάσματα, χαράσσονται οι γενικές κατευθύνσεις του προγράμματος της επόμενης θητείας μας.
Αν έπρεπε να το συνοψίσω σχηματικά, θα το περιέγραφα ως ένα τρίγωνο.
Η βάση του τριγώνου είναι η οικονομία και η συνέχιση των μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Ναι, θα φτάσουμε την ανεργία στο 6%, ο ρυθμός ανάπτυξης θα παραμείνει διπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι μισθοί θα αυξηθούν πολύ ακόμα και οι κοινωνικές δαπάνες θα ενισχυθούν. Παραμένει μεγάλος εθνικός στόχος η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη έως το 2030.
Στην άλλη πλευρά του τριγώνου, και αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία λόγω της αβεβαιότητας των καιρών που διανύουμε, είναι η συνέχιση της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Είναι αυτή η πολιτική που κρατάει ελεύθερα, ειρηνικά και γαλάζια τα νερά του Αιγαίου, προωθώντας τα εθνικά δίκαια.
Είναι μια πολιτική αυστηρής αποτρεπτικής ισχύος, ταυτόχρονα όμως και δυναμικής παρουσίας σε όλα τα πεδία της ευρωπαϊκής και διεθνούς σκηνής. Μια Ελλάδα εξωστρεφής, την οποία θα την αγαπούν οι φίλοι της, αλλά κυρίως θα την υπολογίζουν οι αντίπαλοί της.
Τέλος, στην τρίτη πλευρά του τριγώνου τοποθετείται η θεσμική αναγέννηση, η μάχη με το «βαθύ κράτος», με αιχμή τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Έχουμε προτείνει, κ. Πρόεδρε της Βουλής -και θα ξεκινήσει άμεσα η συζήτηση-, αλλαγές σε 30 τουλάχιστον άρθρα. Είχαμε μια εξαιρετικά γόνιμη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδος και λάβαμε υπόψη τις παρατηρήσεις των συναδέλφων μας.
Ναι, χρειαζόμαστε συνταγματικό «κόφτη» δαπανών, ώστε η χώρα να μην κινδυνεύσει ποτέ ξανά από χρεοκοπία.
Χρειαζόμαστε κανόνες καλής νομοθέτησης, κατοχύρωσης της δημοκρατίας στα κόμματα.
Χρειαζόμαστε επιστολική ψήφο και εντός Ελλάδος. Δεν μπορούμε να το κάνουμε σήμερα χωρίς Συνταγματική Αναθεώρηση.
Καθιέρωση μοναδικής εξαετούς θητείας Προέδρου της Δημοκρατίας, επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης όχι από την κυβέρνηση, αλλά από την Επιτροπή Θεσμών της Βουλής με πρόταση των ολομελειών των δικαστικών ενώσεων.
Αλλαγή του άρθρου 86. Εμείς ήμασταν αυτοί που αλλάξαμε μια φορά το άρθρο 86, θα το ξαναλλάξουμε. Περιορισμό του ρόλου της Βουλής στη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών Υπουργών.
Και βέβαια, δυνατότητα επιτέλους, συνταγματικά απολύτως στέρεη, να μπορούν να ιδρύονται μη κρατικά πανεπιστήμια.
Άκουσα μάλιστα, και ανοίγω μια παρένθεση εδώ, το εξής οξύμωρο: το ΠΑΣΟΚ, λέει, θα καταθέσει τις δικές του προτάσεις. Κάποιες από αυτές τέμνονται και με τις δικές μας. Όταν ερωτήθηκαν λοιπόν: «μα καλά, κύριε εισηγητά της Συνταγματικής Αναθεώρησης, τα άρθρα τα οποία συμφωνείτε με την Νέα Δημοκρατία θα ψηφίσετε την πρόταση την οποία σας κατέθεσε;» Η απάντηση είναι «όχι». Αυτή, δυστυχώς, είναι η Βουλή με την οποία πρέπει να δουλέψουμε σήμερα.
Εμείς, όμως, θα θέσουμε τη Συνταγματική Αναθεώρηση στην κρίση των πολιτών, γιατί είναι μία από τις πλευρές του τριγώνου που στηρίζει το οικοδόμημα της Ελλάδος του 2030. Καθεμία είναι εξίσου σημαντική, δεν μπορεί να επιτευχθεί αποκομμένη από τις άλλες δύο. Και όλες τους στηρίζονται στις βάσεις τις οποίες θέσαμε στις δύο προηγούμενες θητείες.
Ξεκινάμε λοιπόν από σήμερα, με τη δική σας συμμετοχή, να σχεδιάζουμε το κυβερνητικό πρόγραμμα της τρίτης τετραετίας, ξέροντας ότι οι τωρινές επιλογές καθορίζουν εν πολλοίς και τις αυριανές μας προοπτικές.
Αλλαγή δεν είναι να γυρίσουμε πίσω. Αλλαγή είναι να απαλλαγούμε απ’ όσα κρατούν τον τόπο πίσω. Γι’ αυτό και από σήμερα πρέπει να προχωρήσουμε ακόμα πιο τολμηρά μπροστά.
Είμαστε εγγυητές της σταθερότητας, σιγουριάς, είμαστε πολιτική δύναμη συνέχειας και συνέπειας, είμαστε όμως ταυτόχρονα και ένα κίνημα ανατροπής κάθε εμποδίου, γιατί αυτή η παράταξη είναι μία παράταξη δημιουργίας. Είναι μία παράταξη που έχει αποδείξει ότι μπορεί να κάνει ρήξεις με τα κακώς κείμενα.
Σε αυτό το σημείο, φίλες και φίλοι, θέλω να απευθυνθώ στην κάθε Νεοδημοκράτισσα και στον κάθε Νεοδημοκράτη, να σας πω ότι εσείς είστε οι αυστηρότεροι κριτές μας, εσείς όμως ξέρετε καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει αγάπη για την παράταξη και τι σημαίνει ευθύνη για τη χώρα.
Ιδιαίτερα σε όσους έχουν απομακρυνθεί, να τους διαβεβαιώσω ότι τώρα είναι η ώρα της συστράτευσης. Στο όνομα της κοινής μας ιστορίας, να τους ζητήσω να βαδίσουμε μαζί στην κοινή μας πορεία.
Στρέφομαι, παράλληλα, στους πολίτες που συναντήσαμε από το 2015 στον αγώνα να μείνει η Ελλάδα στην Ευρώπη. Κάποιοι μπορεί σήμερα να κρατούν αποστάσεις. Δεν έχω την απαίτηση να μην θυμώνουν, ούτε να μας δώσουν λευκή επιταγή.
Αλλά θα τους καλέσω να σταθούν πάνω από πρόσωπα και επιμέρους συμπεριφορές, να δουν τη μεγάλη εικόνα, να συνταχθούν δίπλα μας, μετατρέποντας την κριτική τους σε σημεία αναφοράς, με διαρκή επιδίωξη να γινόμαστε ολοένα και καλύτεροι.
Και κάτι ακόμα, σε όσους διστάζουν να ακούσουν τη φωνή μας, θα αντιτείνω ότι ισχυρή κυβέρνηση δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία, πολύ περισσότερο όταν αυτή η παράταξη, η Νέα Δημοκρατία, εισηγείται μεταρρυθμίσεις σημαντικές, συνταγματικά κατοχυρωμένες, που θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Συνεπώς, η εντολή που θα ζητήσει η παράταξή μας αύριο από τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, δεν είναι μία εντολή επανάπαυσης ή επανάληψης λαθών. Είναι μια εντολή ακόμα πιο μεγάλων αλλαγών και σκληρής δουλειάς.
Πάνω απ’ όλους, όμως, και πάνω απ’ όλα θέλω να μιλήσω από καρδιάς σε όλους εσάς. Έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα πολλές φορές και χαίρομαι και σας ευχαριστώ που σήμερα είστε εσείς εδώ στην Αθήνα, για να στηρίξετε την παράταξή μας.
Σας έχω συναντήσει στους τόπους σας, τα μέλη, τα στελέχη της παράταξης, εσείς που σταθήκατε δίπλα μας στα εύκολα και στα δύσκολα, η ραχοκοκαλιά, οι «γαλάζιες φλέβες» στις οποίες κυλά το αίμα πάνω από μισό αιώνα. Είστε οι πρώτοι, που βρίσκεστε σήμερα εδώ, που έχετε χρέος να μετατρέψετε το όραμά μας σε επιχειρήματα προς τον κάθε πολίτη, σε κάθε γωνιά της χώρας.
Πιστεύω ότι εσείς ξέρετε καλύτερα από τον καθένα από εμάς, από κάθε Υπουργό και από κάθε Βουλευτή, να εξηγήσετε στον διπλανό σας την αλήθεια, ότι δηλαδή η μόνη παράταξη που κράτησε τη χώρα όρθια είναι αυτή που μπορεί να την οδηγήσει και στα επόμενα βήματά της.
Ότι όσα κατακτήσαμε μέχρι τώρα δεν μπορούν να παιχτούν στα ζάρια. Ότι ο τόπος δεν θέλει άλλο διχασμό και άλλο πολιτικό δηλητήριο.
Τρεις λέξεις ζητά: σιγουριά, ομαλότητα και πρόοδο.
Σε όσους δε επιμένουν να αναμασούν τα ίδια και τα ίδια, ότι τάχα έχουμε ξεφύγει από τις αρχές μας, εσείς και εμείς έχουμε οδηγό την ιδρυτική μας διακήρυξη. Είναι εντυπωσιακό ότι αυτή η φράση γράφτηκε πριν από 52 χρόνια: «Η Νέα Δημοκρατία επιλέγει να συντηρεί από την παράδοση μόνο όσα ο χρόνος απέδειξε ότι είναι σωστά και χρήσιμα, ώστε να προχωρά διαρκώς με μεγάλα, τολμηρά, αλλά και ασφαλή βήματα στις νέες διαρκώς εξελισσόμενες συνθήκες». Είναι η φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που νομίζω τα λέει όλα.
Και βέβαια, γι’ αυτούς που τολμούν να αμφισβητήσουν τον πατριωτισμό μας, βρίσκουν απέναντί τους την ίδια τη ζωή, που μιλάει με πράξεις και όχι με μεγάλα λόγια του καναπέ.
Ποτέ άλλοτε η χώρα δεν είχε τόσο ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Ποτέ δεν είχε τόσο σημαντικές στρατηγικές συμμαχίες. Ποτέ δεν είχε χωρικά ύδατα 12 μιλίων στο Ιόνιο. Ποτέ δεν καθόριζε ΑΟΖ με τα γύρω κράτη, κάνοντας έρευνες με βάση τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα.
Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγουμε το 2030 ως σημαντικό ορόσημο.
Είναι η χρονιά που θα μας οδηγήσει στην τέταρτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Είναι, όμως, και μια χρονιά σημαντική. Σηματοδοτεί το έτος το οποίο θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε την αρχή της Επανάστασης του 1821, αμελούμε την 3η Φεβρουαρίου του 1830, όταν υπεγράφη το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.
Τότε, όμως, θα πρέπει να συναντηθούμε όλοι με τη νέα εποχή. Με μια νέα Ελλάδα σε έναν νέο κόσμο, που θα ζητά από την πατρίδα μας δύναμη, σταθερότητα και προοπτική.
Και ας κλείσω λέγοντας ότι θα ήταν, ίσως, χρήσιμο να αντλήσουμε δύναμη από την ιστορία μας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μίλησε το 1930, με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, και τότε καλούσε τις Ελληνίδες και τους Έλληνες «να εργαστούμε για μεγαλύτερο εθνικό εισόδημα με δικαιότερη κατανομή. Να εξασφαλίσουμε την υγεία του λαού και να μορφώσουμε τις γενεές του μέλλοντος».
«Μόνο έτσι», τόνιζε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930, «θα εργαζόμαστε για ένα ιδανικό πολύ ανώτερο, πολύ πιο σύμφωνο με τις παραδόσεις μας. Και γι’ αυτό θα μας ευλογούν οι μέλλουσες γενεές».
Τώρα η πατρίδα μάς καλεί και πάλι σε μια νέα εθνική αποστολή, με πρώτο σταθμό τις εκλογές του 2027 και το κόμμα σε κεντρικό ρόλο, να βρεθεί παντού, συνομιλώντας με όλες τις ηλικίες σε όλα τα επαγγέλματα, να δει, να ακούσει, να απαντήσει. Να γίνει ο σύνδεσμος της κυβέρνησης με τον πολίτη, του πολίτη με την κυβέρνηση, μεταφέροντας τις κατακτήσεις αλλά και τις δικές τους απαιτήσεις.
Να μιλήσετε αύριο. Έχουμε πολύ χρόνο για όλους εσάς. Παίρνουμε δύναμη από τα λόγια σας. Γιατί πρέπει όλοι να μιλήσουμε ανοιχτά.
Αλλά, αφού μιλήσουμε ανοιχτά, θα συναντηθούμε γύρω από τους κοινούς μας στόχους και γύρω από μια ακόμα μεγάλη νίκη. Και σε αυτή τη μάχη δεν περισσεύει κανείς και κανείς δεν δικαιούται να απέχει.
Μαζί θα πάμε την παράταξη πιο ψηλά. Μαζί θα πάμε τη χώρα πιο μπροστά. Μην περιμένετε την προεκλογική περίοδο. Ξεκινάμε σήμερα, συναντάμε το πρώτο ρεύμα ανάτασης, του 2019, το δεύτερο κύμα δημιουργίας, του 2023.
Παίρνουμε δύναμη από τη δική σας εμπιστοσύνη. Παίρνουμε σιγουριά από την εμπειρία, ορμή από τις κατακτήσεις μας.
Επιμένουμε στις αλήθειες, επιμένουμε στις τολμηρές επιλογές απέναντι στους λίγους, δίπλα στους πολλούς, για ένα κράτος που σέβεται τον πολίτη, μια οικονομία με καλύτερους μισθούς και συντάξεις, μια κοινωνία ενωμένη, μια κοινωνία περήφανη.
Προχωράμε όλοι μαζί στην ισχυρή Ελλάδα του 2030.