Όλα αυτά η αντιπολίτευση επιχειρεί να τα σβήσει, μαζί με αυτή την πολύ δύσκολη διαδρομή από την Ελλάδα της πτώχευσης στην Ελλάδα της προόδου. Ενώ, ταυτόχρονα, επιδιώκει να εμφανίζει όλες τις αρνητικές συνέπειες διεθνών κρίσεων ως δήθεν αποτέλεσμα κυβερνητικών επιλογών.
Τα γεγονότα, όμως, είναι αμείλικτα και εμείς οφείλουμε -θα βρεθείτε στις εκλογικές σας περιφέρειες ενόψει του καλοκαιριού-, να είμαστε έτοιμοι να τα εξηγήσουμε, με αλήθεια και με πειστική ερμηνεία.
Έχουμε, δυστυχώς, μια νέα έξαρση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ. Αναπόφευκτα αυτή η ένταση -που δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει, ούτε αυτή τη στιγμή ξέρουμε αν θα κλιμακωθεί, ούτε μπορούμε σε καμία περίπτωση να πιστεύουμε ότι εμείς ως Ελλάδα μπορούμε να ελέγξουμε τις εξελίξεις ή με κάποιον μαγικό τρόπο να παραμείνουμε ανεπηρέαστοι από τις διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις αυτής της έξαρσης- θα οδηγήσει νομοτελειακά σε αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και της ενέργειας.
Και αυτές οι αυξήσεις, ναι, θα μεταφερθούν σε ανατιμήσεις σε καύσιμα, στις μεταφορές, αλυσιδωτά σε όλα τα προϊόντα. Το ερώτημα είναι, καταρχάς: τι μπορούμε εμείς να κάνουμε ως γραμμή άμυνας απέναντι σε μια πραγματικότητα την οποία σίγουρα δεν μπορούμε να ελέγξουμε, οφείλουμε όμως να προσπαθήσουμε να τη διαχειριστούμε με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο, έτσι ώστε να δημιουργούμε διαρκώς «αναχώματα» απέναντι στην εισαγόμενη ακρίβεια.
Ναι, εδώ η ακρίβεια είναι εισαγόμενη. Η αύξηση του πληθωρισμού των τελευταίων μηνών οφείλεται αποκλειστικά στις αυξήσεις των τιμών των καυσίμων.
Και εξαντλούμε κάθε δυνατή παρέμβαση. Το κάναμε, σε μία συναντίληψη με τα διυλιστήρια, μειώνοντας τις τιμές διύλισης μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Ξέρω ότι κατά πάσα πιθανότητα οι πολίτες δεν θα δουν αυτή τη μείωση στην αντλία, όμως αν δεν υπήρχε αυτή η μείωση, θα έβλεπαν αύξηση.
Ούτε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι και αυτή η μείωση την οποία πετύχαμε θα μας επιτρέψει τελικά να συγκρατήσουμε τις τιμές των καυσίμων. Δεν μπορούμε να καθορίσουμε εμείς τις τιμές των διεθνών αγορών.
