Συνέντευξη του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, στην εφημερίδα «Το Μανιφέστο» και την δημοσιογράφο Ντόρα Κουτροκόη
«Ο κ. Τσίπρας επέστρεψε με τα ίδια στελέχη, με τις ίδιες ιδέες, μόνο με διαφορετικό όνομα» λέει ο Κωστής Χατζηδάκης στο «Μανιφέστο».
Περιοδείες, ανακοινώσεις υποψηφίων, μέτρα ελάφρυνσης και τοξική πολιτική αντιπαράθεση. Μήπως τελικά οι κάλπες θα στηθούν νωρίτερα;
Ο πρωθυπουργός έχει απαντήσει ξεκάθαρα ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027. Επίσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχασε ποτέ την επαφή του με τους πολίτες και όσο περιοδεύουμε ολοένα και περισσότερο καταρρίπτεται ο μύθος ότι τάχα η Νέα Δημοκρατία είναι απομονωμένη από την κοινωνία. Το αντίθετο συμβαίνει, παραμένουμε αρκετά ισχυροί.
Όσον αφορά στα μέτρα ελάφρυνσης, όλα αυτά τα χρόνια, σταθερά στηρίζουμε την κοινωνία, μέσα στα όρια των αντοχών της οικονομίας, με μειώσεις φόρων, αυξήσεις μισθών και συντάξεων ή έκτακτες πρωτοβουλίες όποτε υπήρχε ανάγκη. Το ίδιο θα συνεχίσουμε να κάνουμε μέχρι την τελευταία ημέρα της θητείας μας. Την ίδια στιγμή, είναι λογικό όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της κυβερνητικής θητείας να εντείνεται η πολιτική αντιπαράθεση και να αυξάνεται η πολιτική κινητικότητα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτρέψουμε να επικρατήσουν η τοξικότητα και ο λαϊκισμός. Από την πλευρά μας, έχουμε υποχρέωση να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας.
Ποιοι θα είναι οι βασικοί άξονες του κυβερνητικού προγράμματος «Ατζέντα 2030» την εκπόνηση του οποίου έχετε αναλάβει να συντονίσετε;
Σήμερα καλούμαστε να προετοιμάσουμε την πατρίδα μας για έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες, η κλιματική κρίση, το δημογραφικό και το στεγαστικό δημιουργούν νέες προκλήσεις που απαιτούν νέες απαντήσεις. Γι’ αυτό και η «Ατζέντα 2030» δεν είναι μια άσκηση διαχείρισης της καθημερινότητας. Είναι ένα σχέδιο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.
Το σχέδιό μας θα στηρίζεται σε τέσσερις μεγάλους πυλώνες.
Πρώτον, μια πιο παραγωγική οικονομία, με έμφαση στην παραγωγικότητα, την καινοτομία, την τεχνητή νοημοσύνη και την ανταγωνιστικότητα, ώστε η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς και περισσότερες ευκαιρίες για όλους.
Δεύτερον, μια πιο ισχυρή κοινωνική πολιτική, με ιδιαίτερη έμφαση στη στήριξη της οικογένειας, την αντιμετώπιση του δημογραφικού και του στεγαστικού προβλήματος και την ουσιαστική στήριξη όσων πραγματικά έχουν ανάγκη.
Τρίτον, ένα πιο σύγχρονο κράτος, με λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη αξιολόγηση, μεγαλύτερη διαφάνεια και γενναίες θεσμικές αλλαγές, αξιοποιώντας βασικά τη συνταγματική αναθεώρηση.
Και τέταρτον, μια ακόμη πιο ισχυρή Ελλάδα, με μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ, ενεργειακή ασφάλεια και αναβαθμισμένο ρόλο στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Το 2030 συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Το ερώτημα είναι αν θα φτάσουμε σε αυτό το ιστορικό ορόσημο έχοντας κάνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα μπροστά ή αν θα ανακυκλώνουμε τις ίδιες συζητήσεις και τα ίδια αδιέξοδα. Εμείς επιλέγουμε το πρώτο. Και γι’ αυτό θα ζητήσουμε ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας και προοπτικής για την Ελλάδα του 2030.
Αν η οικονομία πάει τόσο καλά όσο λέτε, γιατί οι πολίτες δηλώνουν ότι δεν βγάζουν τον μήνα;
Η ακρίβεια εξακολουθεί, πράγματι, να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών νοικοκυριών και δεν έχουμε κανέναν λόγο να το υποτιμήσουμε. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ότι είναι ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα και γι’ αυτό επιχειρούμε να το αντιμετωπίσουμε, όπως και οι άλλες κυβερνήσεις.
Με έκτακτα μέτρα στήριξης όταν χρειάζεται, με αυστηρούς ελέγχους στην αγορά, με πρόστιμα σε όσους παραβιάζουν τη νομοθεσία, με παρεμβάσεις που ενισχύουν τον ανταγωνισμό και τη διαφάνεια, αλλά κυρίως με μειώσεις φόρων και αυξήσεις μισθών, κυρίως του κατώτατου.
Είδατε τώρα και τη συναντίληψη που υπήρξε μεταξύ της κυβέρνησης και της βιομηχανίας τροφίμων για «πάγωμα» τιμών το καλοκαίρι σε 2.000 κωδικούς προϊόντων και μειώσεις τιμών από τον Σεπτέμβριο. Επιπλέον, θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε την ανοδική πορεία της οικονομίας από το 2019 και μετά.
Η Ελλάδα σήμερα καταγράφει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 8%, όταν το 2019 ήταν περίπου 18%. Έχουν δημιουργηθεί πάνω από 560.000 νέες θέσεις εργασίας. Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από τα 650 στα 950 ευρώ. Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν αυξηθεί από περίπου 136 δισεκατομμύρια σε πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ, με τα 3/5 της αύξησης να προέρχονται από τα νοικοκυριά. Σίγουρα δεν υπάρχει κανείς, λοιπόν, που θα προτιμούσε η ελληνική οικονομία να επιστρέψει στο 2019.
Πού δεν τα κατάφερε όσο θα θέλατε η κυβέρνησή σας, κ. Χατζηδάκη; Μήπως και τα μέτρα για το στεγαστικό πρόβλημα της χώρας ήταν ανεπαρκή; Χρειάζονται επιπλέον διορθωτικές κινήσεις και προς ποια κατεύθυνση;
Αν υπάρχει ένας τομέας όπου όλοι θα θέλαμε τα αποτελέσματα να είναι ταχύτερα, αυτός είναι το στεγαστικό. Διότι, μαζί με το δημογραφικό, αποτελούν τις δύο μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ελληνικές οικογένειες. Έχουμε ήδη προχωρήσει σε 45 διαφορετικές παρεμβάσεις: το πρόγραμμα «Σπίτι μου I και II», την επιστροφή ενός ενοικίου, φορολογικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες για να «πέσουν» ακίνητα στην αγορά και πολλές ακόμη πρωτοβουλίες.
Είναι όμως φανερό ότι χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, με αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα και σύγχρονα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, όπως εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Γι’ αυτό και το στεγαστικό θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς πυλώνες της κοινωνικής πολιτικής στην «Ατζέντα 2030».
Ο κ. Τσίπρας δήλωσε πως επέστρεψε για να κυβερνήσει. Νιώθετε ότι απειλείστε;
Στη δημοκρατία όλοι έχουν δικαίωμα να διεκδικούν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ο κ. Τσίπρας επέστρεψε με τα ίδια στελέχη, με τις ίδιες ιδέες, μόνο με διαφορετικό όνομα. Και φυσικά, με ποσοστά περίπου ίδια με αυτά που πήρε στις εκλογές του 2023 όταν και παραιτήθηκε. Οι Έλληνες, όμως, αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα του 2026 δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του 2015.
Θυμούνται την αβεβαιότητα που ζούσαν, τις κλειστές τράπεζες, που ο κ. Τσίπρας περηφανεύεται ότι θα έπρεπε να έχει κλείσει ήδη από την πρώτη μέρα της θητείας του, τις αυταπάτες και τον διχασμό. Βλέπουν, επίσης, οι Έλληνες ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα ανέκτησε την αξιοπιστία της, μείωσε την ανεργία, προσέλκυσε επενδύσεις και απέκτησε ισχυρότερη θέση στην Ευρώπη.
Ωστόσο, προτιμάτε ως αντίπαλο την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα; Επιστρέφουμε σε εποχές διπόλου;
Δεν επιλέγουμε εμείς τους αντιπάλους μας. Τους επιλέγουν οι πολίτες. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Ελλάδα έχει μπροστά της τεράστιες προκλήσεις: την τεχνητή νοημοσύνη, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, το δημογραφικό, το στεγαστικό, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα που θα καθορίσουν την Ελλάδα του 2030. Αντί για αυτά, βλέπουμε την αντιπολίτευση να επενδύει στην πόλωση, στις ψεκασμένες θεωρίες ή σε ανεφάρμοστες υποσχέσεις. Η δική μας απάντηση θα είναι ένα σύγχρονο κυβερνητικό πρόγραμμα με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Διότι οι πολίτες θέλουν συγκεκριμένες λύσεις στα καθημερινά τους προβλήματα.
Αν είχατε απέναντί σας τον Αντώνη Σαμαρά, τι θα του λέγατε στην περίπτωση που ανακοινώσει το κόμμα του; Αν τελικά προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, θα σας κάνει ζημιά;
Τρέφω σεβασμό και εκτίμηση για τον Αντώνη Σαμαρά. Συνεργάστηκα μαζί του ως υπουργός στην κυβέρνησή του και αναγνωρίζω τη συμβολή του σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την πατρίδα μας. Από εκεί και πέρα, η Νέα Δημοκρατία είναι η μεγάλη παράταξη της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς και παραμένει η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και ευρωπαϊκή πορεία για τη χώρα. Εάν τελικά προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, εκτιμώ ότι θα προκαλέσει μικρή ζημιά στη Νέα Δημοκρατία, στο κόμμα του κ. Βελόπουλου και στο κόμμα της κ. Λατινοπούλου. Μεγαλύτερη ζημιά, όμως, θα προκαλέσει στην πολιτική παρακαταθήκη του.
Υπάρχει εν δυνάμει κυβερνητικός εταίρος για τη Νέα Δημοκρατία σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας;
Η πραγματικότητα είναι πολύ απλή. Όλα σχεδόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, έχουν αποκλείσει την πιθανότητα να συνεργαστούν και μεταξύ τους. Αυτό, αντί να αποδυναμώνει, ενισχύει το επιχείρημά μας υπέρ της αυτοδυναμίας. Διότι το πραγματικό ερώτημα είναι αν την επόμενη ημέρα των εκλογών η χώρα θα έχει μια σταθερή κυβέρνηση με καθαρή εντολή ή αν θα οδηγηθεί σε παρατεταμένη αβεβαιότητα. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει χρόνο και ευκαιρίες. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί μονόδρομο για τη χώρα, όπως έχει διαμορφωθεί το πολιτικό σκηνικό.
