Γράφει ο Υπτγος ε.α. Χρήστος Μπολώσης
Σήμερα, η στήλη αφήνει το τελείως σοβαρονοσταλγικολαογραφικό της ύφος και θα ασχοληθεί με κάτι πιο ανάλαφρο.
Πρόκειται για το περιοδικό «Χτυποκάρδι». Όλοι το θυμόμαστε. Ήταν το περιοδικό, το οποίο με την ύλη του τάραξε όχι μόνον τα νερά του εγχωρίου τύπου, αλλά και τα ήθη της εποχής.
Στο μπλογκ Seleo.gr News, διαβάζουμε σχετικώς τα εξής πολύ ενδιαφέροντα:
«Στις αρχές του 1957 συνέβη κάποιο παράξενο -ιατρικώς- γεγονός: Μεγάλη μερίδα του (ανδρικού) πληθυσμού της χώρας, παρουσίασε συμπτώματα έντονης ταχυκαρδίας! Αιτία ήταν ένα εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής, το πρώτο πραγματικά ερωτικό έντυπο, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Είχε εξώφυλλα με ημίγυμνα μοντέλα σε προκλητικές στάσεις, κάτι που ανέβαζε τους καρδιακούς παλμούς των αναγνωστών, και 84 σελίδες με ιδιαίτερα τολμηρό περιεχόμενο που ανέβαζαν ακόμα περισσότερο τους χτύπους της καρδιάς! Το «Χτυποκάρδι», με εκδότη τον Μιχάλη Σαλίβερο (γνωστό για τις «λαϊκές» εκδόσεις του), εμφανίστηκε στα περίπτερα αρχές του 1957 δημιουργώντας πάταγο! Είχε το προνόμιο, βλέπετε, να εισάγει στα εγχώρια (αυστηρά, σε βαθμό ασφυξίας) ήθη τη μόδα των ερωτικών περιοδικών, που ήδη αποτελούσαν… καθεστώς σε πολλές άλλες χώρες.
«Το “Χτυποκάρδι” θέλει να ξεχωρίζει από τ’ άλλα περιοδικά», έγραφε το εισαγωγικό σημείωμα του πρώτου τεύχους. «Τον Έρωτα θα τον υπηρετήσει, χωρίς την προσποιητή σεμνοτυφία των αρσακειάδων της παλιάς εποχής. Η ύλη του, διαλέγεται από τα αριστουργήματα της παγκοσμίου ερωτικής φιλολογίας και ελέγχεται με σύγχρονο πνεύμα». Από τις σελίδες του περιοδικού παρέλασαν νουβέλες όπως «Η καμαριέρα μου η Ροζίνα» του Γκυ Ντε Μοπασάν («Η Μαργκώ γνώρισε απ’ το απαλό χάδι μιας κοπέλλας, τη μεγαλύτερη ερωτική συγκίνηση»).
Δημοσιεύονταν, επίσης, κείμενα κάποιων διεθνώς… αγνώστων συγγραφέων (συχνά, Έλληνες συνεργάτες του περιοδικού με ξενικά ψευδώνυμα). Όπως ο Λέο Στίβενς, που ανέβαζε την ταχυκαρδία των – αρρένων – αναγνωστών με περιγραφές όπως η ακόλουθη: «… Με το πρόσωπο βυθισμένο μέσα στις πτυχές της μεταξωτής νταντέλας, ανάσαινα, μαζί με το άρωμα του γαρύφαλλου, την άχνα που ανάδινε το κορμί της κι ένιωθα τα ζωντανά παλλόμενα και σφιχτά στήθη της κάτω από το μετάξι. Ξαφνικά, τα δυο της χέρια γαντζώθηκαν στους ώμους μου κι άρχισε να κολλάει μικρά γρήγορα φιλιά στο σβέρκο μου, στ’ αυτιά μου, στο πηγούνι μου… Ξεκούμπωσε μόνη τα κουμπάκια στις μανσέτες της. Ύστερα, για να φτάσει τις κόπιτσες στην πλάτη, σήκωσε τα δυο της μπράτσα κι ανάγειρε έτσι, που αναπήδησαν και…
Την ύλη του περιοδικού συμπλήρωναν αναγνώσματα σε συνέχειες («Ο άνδρας που έγινε γυναίκα – Η αληθινή ιστορία της ζωής του Δανού ζωγράφου Εϊναρ Βέγκενερ που άλλαξε φύλο»), σκανδαλιστικά άρθρα («Ανταλλαγή συζύγων», «Μπορεί μια κοπέλλα να πάρει πρωτοβουλία στον έρωτα;»), εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες («Ξέρετε ποιός είναι ο εφευρέτης του φιλιού;»), «Οι ωραιότερες ερωτικές επιστολές των αναγνωστών μας» κ.λπ. Μεγάλο σουξέ είχε η σελίδα συμβουλών της «Σίβυλλας», με απαντήσεις διόλου… σιβυλλικές σε ερωτικά ζητήματα που απασχολούσαν τους αναγνώστες, όπως: «Ατίθασο Νεύρο (Καβάλα): Τι να σου πω νεαρέ μου φίλε, έτσι που τα κατάφερες; Έπεσες με τα μούτρα στην απόλαυση του έρωτα και το αποτέλεσμα είναι πως την έπαθες από το ελεεινό γύναιο που διάλεξες για να σε μυήσει στα μυστήρια της αγοραίας Αφροδίτης! Λυπούμαι για το πάθημά σου, μα ελπίζω να σου γίνει μάθημα στη ζωή. Στο μεταξύ, σου συνιστώ να τρέξεις αμέσως σε κάποιον καλό γιατρό, για να σε απαλλάξει από τα “άνθη του κακού” με τα οποία σε… φιλοδώρησε η ξελογιάστρα σου!»
Στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονταν γνωστοί συγγραφείς (πολλοί δημοσίευαν τα κείμενά τους ανυπόγραφα ή με ψευδώνυμο για… ευνόητους λόγους), όπως ο Μ. Καραγάτσης, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Θέμος Ποταμιάνος, ο Δημήτρης Γιανουκάκης, ο Νίκος Τσιφόρος που έγραφε σε συνέχειες τη ζωή του Τζιάκομο Καζανόβα, ο αρχισυντάκτης του αστυνομικού ρεπορτάζ των «Αθηναϊκών Νέων» του Λαμπράκη, Νίκος Μαράκης, που έγραφε – επίσης σε συνέχειες – για τα «Κολ Γκερλ» της Αθήνας κ.ά.
Το «Χτυποκάρδι» με τα τολμηρά εξώφυλλα (σας δίνουμε μια ιδέα), τα προκλητικά κείμενα και τις «πιπεράτες» γελοιογραφίες από τον Αρχέλαο και τον Βασίλη Χριστοδούλου ήταν μεγάλο αγκάθι για την υπερσυντηρητική κοινωνία της εποχής εκείνης. Οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις το αποκάλεσαν «αισχρούργημα» και, επικαλούμενες το σχετικό νόμο που απαγόρευε την κυκλοφορία «ασέμνων» αναγνωσμάτων, άρχισαν να βομβαρδίζουν τον εκδότη με μηνύσεις. Έτσι, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του, το «Χτυποκάρδι» αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοσή του. Πρόλαβε, ωστόσο, να ανοίξει το δρόμο σε άλλα περιοδικά όπως το… συναφές «Καρδιοχτύπι», το «Στριπ-Τιζ», το «Μόνο για άνδρες» κ.ά.
Αυτά τα ωραία συνέβαιναν εκείνη τη μακρινή και μακάρια εποχή του 1957. Τώρα βέβαια αν το «Χτυποκάρδι» κυκλοφορούσε σήμερα, μπορεί και να το μοίραζαν στα σχολεία…

Και να κλείσουμε τη σημερινή περιήγησή μας στο «τότε» με μερικά ακόμα θέματα.

Το φανάρι, το οποίο δεν έχει σχέση με τη φράση «κρατάω φανάρι», επειδή εδώ δεν κρατάμε φανάρι αλλά το φανάρι κρατούσε. Είναι η κατασκευή που βλέπετε δίπλα και χρησίμευε για τη διατήρηση των τροφίμων. Κάτι σαν ψυγείο δηλαδή, αλλά στο πολύ πολύ light.
Φυσικά η διάρκεια διατήρησης των τροφίμων δεν έφθανε σε… ζηλευτά επίπεδα, αλλά αυτό είχαμε με αυτό βολευόμαστε.
Εκείνο όμως για το οποίο παρείχε 100% προστασία το φανάρι, ήταν οι μύγες. Κάτι ήταν κι΄ αυτό εκείνους τους δύσκολους χρόνους.
Αλλά θα χρειασθεί να συνεχίσουμε.
πηγή:https://www.antinews.gr/168295/antimagazine/perasmena-kai-misoxechasmena-3/
