Το φαινόμενο που ανέδειξε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών με τους 400 επιτυχόντες που δεν πήγαν καν να εγγραφούν εφέτος, δεν είναι ακριβώς καινούργιο. Τα ίδια είχαν διαπιστώσει πιο πριν στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Δημοκρίτειο· δεν άλλαξε κάτι, απλώς έγινε γενικευμένο πλέον. Μια τάση που μαρτυρά μια δεύτερη κρίση μέσα στην κρίση. Και που μπορεί να προμηνύει μια δυστοπία
Ως είθισται, μια είδηση για ένα δημόσιο πανεπιστήμιο στη δημόσια τηλεόραση ήταν καταδικασμένη να περάσει σχεδόν απαρατήρητη και χωρίς ευρύτερο σχολιασμό –η υπόθεση Μαζωνάκη, η έκρηξη στην Πλάκα, οι κακομοίρηδες του Θεοχάρη ή ακόμα και τα όσα είπε ή δεν είπε η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ μπροστά σε δουλοπρεπείς συνδαιτυμόνες της, πουλάνε περισσότερο, λογικό. Ομως τα όσα αποκάλυψε τη Δευτέρα (28.09), στην ΕΡΤ, ο Χρήστος Μπούρας, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, κάνουν όλα τα προηγούμενα να ωχριούν: 400 επιτυχόντες των πανελλαδικών του καλοκαιριού δεν πήγαν καν να εγγραφούν –και μιλάμε και για επιτυχόντες στην Ιατρική Σχολή και σε δημοφιλή πολυτεχνικά τμήματα
Τι το συζητάμε; Τι συζητάμε για όλα τα άλλα, λες και είναι κοντινά πλάνα σε εφήμερες τραγωδίες; Η μεγάλη τραγωδία είναι ότι σε λίγα χρόνια η χώρα μπορεί και να μην έχει επιστήμονες· κάποτε το πικρό ανέκδοτο ήταν ότι ο άνεργος αρχιτέκτονας είχε κορνιζάρει το πτυχίο του πάνω από το σουβλατζίδικο όπου έβγαζε μεροκάματο, τώρα, σε λίγα χρόνια, δεν θα έχουμε αρχιτέκτονα για να χτίσει το σουβλατζίδικο.
Διότι το φαινόμενο που ανέδειξε ο κ. Μπούρας δεν είναι ακριβώς καινούργιο. Τα ίδια είχαν διαπιστώσει τις προηγούμενες χρονιές και το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Δημοκρίτειο· δεν άλλαξε κάτι, απλώς διευρύνθηκε, επιβεβαιώθηκε, έχει πανελλαδικά χαρακτηριστικά πλέον.
Και όλο αυτό έχει μια πρώτη, γρήγορη και ως έναν βαθμό πλήρη ανάγνωση: το τεράστιο οικονομικό κόστος για μια οικογένεια να στείλει τον νέο φοιτητή να σπουδάσει στην Πάτρα, το Ηράκλειο, την Κομοτηνή, λειτουργεί τόσο αποτρεπτικά, που ένα παιδί το οποίο μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες κόπιαζε να μελετήσει και να γράψει καλά στις πανελλαδικές, τώρα δεν πάει καν να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, έστω με μια εγγραφή για το πάσο. Διότι, διάολε, δεν μπορεί, είναι επιτυχία, τεράστια προσωπική επιτυχία, να περάσεις στην Ιατρική της Πάτρας –αλλά εννιά επιτυχόντες στη συγκεκριμένη σχολή δεν προχώρησαν στην εγγραφή τους, όπως αποκάλυψε ο πρύτανης.
Ενδεχομένως, βέβαια, αυτό το τεράστιο κόστος να ωθεί κάποιους σε άλλες λύσεις, π.χ. σπουδές στο εξωτερικό ή και στο εσωτερικό πια, αν υποθέσουμε ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που έχουν ιδρυθεί εδώ είναι όντως άξια λόγου. Αυτό όμως είναι το καλό σενάριο. Το μόνο καλό σενάριο για την ακρίβεια. Οτι δηλαδή υπάρχουν οι οικογενειακοί πόροι και ότι απλώς γίνεται επιλογή να διοχετευτούν αλλού –λέει, βέβαια, κάποια ανησυχητικά πράγματα για την «εμπορικότητα» του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά ας είναι, σημασία έχει να σπουδάσει ο νέος άνθρωπος, να μορφωθεί.
Τα άλλα σενάρια είναι κακά έως κάκιστα και περιγράφουν 18χρονους και 18χρονες που δεν πάνε να σπουδάσουν για λόγους είτε ευρύτερης οικονομικής δυσπραγίας, είτε ματαίωσης και απουσίας προοπτικών –πιθανόν να είναι όλα αυτά μαζί.
Το κόστος ζωής έχει διαγράψει την όποια οικονομική άνεση μπορεί να είχαν καταφέρει να αποκτήσουν οι γονείς ενός νέου σπουδαστή –αν και αυτό το σχήμα, της αποταμίευσης ή έστω της μισθολογικής άνεσης για τις σπουδές του παιδιού, είναι εξαιρετικά αμφίβολο να έχει διατηρηθεί στις ημέρες μας, ύστερα από μια τέτοιας έντασης και διάρκειας οικονομική κρίση.
Παράλληλα και ταυτόχρονα, από μόνη της η στεγαστική κρίση αφήνει και εδώ το βαρύ της αποτύπωμα. Και όσο οι κυβερνώντες θα συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται τη στέγη όχι ως αγαθό, αλλά ως εθνική επιχειρηματική δραστηριότητα, που φτάνει συχνά στα όρια της ανελέητης μπίζνας –τέτοια εποχή, στις ελληνικές φοιτητουπόλεις, κρατάνε επίτηδες τα σπίτια κλειστά ως την τελευταία στιγμή, για να έρθει ο γονιός σε απόγνωση και να πληρώσει ακριβότερα– το πρόβλημα θα οξύνεται.
Και τα παιδιά, αυτή η ελληνική GenZ που ήδη ανακυκλώνει την απαξία με εντυπωσιακή ταχύτητα, δεν θα εγγράφονται στα πανεπιστήμιά τους. Θα προτιμούν να δουλεύουν ίσως σε σπριτσερίες και «σεζόν», αντί να δοκιμάζονται στα φοιτητικά έδρανα, να κατακτούν τη γνώση και να γίνονται επιστήμονες και επιστημόνισσες και παράλληλα να ζουν το όνειρο μιας φοιτητικής ζωής που κάποτε συνεπαγόταν και το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο. Με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτή η υποχώρηση για το μέλλον της χώρας.
Μια λύση είναι να αλλάξει, λένε, ο λεγόμενος ακαδημαϊκός χάρτης, «να επικαιροποιηθεί», να μειωθούν δραστικά οι εισακτέοι, να κλείσουν τμήματα ή και πανεπιστημιακές σχολές που είναι μακριά από την Αθήνα και δεν είναι ελκυστικές υπό τις νέες συνθήκες της αγοράς. Αλλά εδώ μιλάμε και για δημοφιλείς σχολές και ούτως ή άλλως, όταν μιλάμε για την Πάτρα ή την Κρήτη, κάτι τέτοιο είναι μια λύση εθνικά αυτοκτονική, ο γεωγραφικός υδροκεφαλισμός της χώρας θα γίνει ακόμα χειρότερος, κάποια στιγμή θα τη συνθλίψει εσωτερικά.
Αδιέξοδο λοιπόν. Αλλά είναι αδιέξοδο, όσο αυτό το θέμα, δηλαδή η μόρφωση των νέων και η προκοπή τους, υπακούν σε μια λέξη που αναφέραμε παραπάνω: στην περίφημη «αγορά». Οσο συνεχίζουμε να ομνύουμε στην αγορά και στους κανόνες της, όσο συνεχίζουμε να πιπιλίζουμε την προσφορά και τη ζήτηση λες και πουλάμε φέτα και όχι γνώσεις και ζωές, όσο δεν το βλέπουμε ως μια εθνική στρατηγική που απαιτεί οικονομικούς πόρους για να υπάρξουν και οι πιο απαραίτητοι ανθρώπινοι πόροι, όσο δεν το βλέπουμε και ιδεαλιστικά, αν θέλετε –υπό την έννοια ότι οι σπουδές είναι η βασική κλίμακα της τόσο αναγκαίας κοινωνικής κινητικότητας–, τόσο το πρόβλημα θα διογκώνεται και θα διαχέεται.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε μια συνθήκη χώρας όπου οι σπουδές θα φτάσουν να έχουν απαξιωθεί εκ των προτέρων ως άδικος κόπος, ως «πεταμένα λεφτά», σε σύγκριση με αυτά που μπορεί να νομίζει κανείς ότι θα βγάζει ως γκαρσόνι ή ντελίβερι. Ισως να είμαστε ήδη εδώ και να μην το ξέρουμε εμείς οι μεγαλύτεροι· ίσως να το ξέρουν κάποιοι από τους 400 που δεν πήγαν να εγγραφούν στην Πάτρα. Κάποιοι προφανώς είχαν μια άλλη επιλογή, ίσως να ήταν ήδη σπουδαστές κάπου αλλού και άλλαξαν γνώμη· άλλοι όμως διάλεξαν τη μη επιλογή, 400 είναι μεγάλος αριθμός για να είναι όλες ειδικές περιπτώσεις.
Βέβαια, αν δεν κάνουμε απολύτως τίποτα, το πρόβλημα με τους επιτυχόντες που δεν πάνε να εγγραφούν έχει μια λύση. Δυστυχώς. Η «λύση» είναι ότι κάποια στιγμή η «πελατεία» για τη διαθέσιμη φοιτητική στέγη, για τις θέσεις στα πανεπιστήμια γενικότερα, θα λιγοστέψει. Διότι το είπε και αυτό ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών: το 2040, λόγω δημογραφικής συρρίκνωσης και όσο δεν προσελκύονται άλλοι, οι νέοι φοιτητές στην Ελλάδα ενδέχεται να περιοριστούν στις 30.000 με 32.000, από 60.000 που είναι σήμερα.
Και αυτή είναι η μεγάλη εθνική τραγωδία, μια κρίση πάνω σε όλες τις άλλες. Μια χώρα με άδειες τις αίθουσες των πανεπιστημίων της, θα είναι μια άδεια χώρα. Χωρίς επιστημονικό δυναμικό, χωρίς νέους ανθρώπους να παράγουν γνώση, ιδέες και πλούτο, θα γίνει μια χώρα δυστοπική. Που, για να επικαλεστούμε και εμείς την αγορά, θα δει το ΑΕΠ της να καταρρέει γρηγορότερα από τον πληθυσμό της.
Το 2040 δεν είναι δα και πολύ μακριά. Είναι πιο κοντά από το δεύτερο μνημόνιο.
Πηγή: Protagon.gr