Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ και η Συμφωνία των Πρεσπών = Νέα Τραγωδία για την Ελλάδα!

 



ΕΛΑΣ: Ιστορικός συμβολισμός ή πολιτική επανασυσκευασία;
Η ανακοίνωση της νέας «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης» με το ακρωνύμιο «ΕΛΑΣ» άνοιξε αμέσως μια μεγάλη πολιτική και ιστορική συζήτηση. Και όχι άδικα. Διότι στην ελληνική συλλογική μνήμη, τα τέσσερα αυτά γράμματα δεν είναι ένα απλό κομματικό brand.
Το όνομα «ΕΛΑΣ», μήπως παραπέμπει ευθέως στον «Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό», τη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση της Κατοχής; Ένα όνομα συνδεδεμένο με αγώνες, θυσίες, αλλά και με τον βαθύ εμφυλιακό διχασμό που ακολούθησε.
Η επιλογή του ίδιου ακρωνυμίου από έναν νέο πολιτικό φορέα μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Είναι μια σαφής προσπάθεια αξιοποίησης της ιστορικής μνήμης και του συναισθηματικού φορτίου της αριστερής παράδοσης. Ένα πολιτικό μήνυμα που επιχειρεί να συνδέσει το νέο εγχείρημα με την έννοια της αντίστασης, της λαϊκής συσπείρωσης και των κοινωνικών αγώνων.
Όμως η πολιτική μνήμη στην Ελλάδα δεν σταματά στη δεκαετία του ’40.
Η κοινωνία θυμάται και τη δεκαετία της κρίσης.
Θυμάται τις μεγάλες υποσχέσεις περί κατάργησης μνημονίων, τις συγκρούσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τα capital controls, το δημοψήφισμα και τελικά τον πολιτικό συμβιβασμό που ακολούθησε. Θυμάται επίσης μια σειρά πολιτικών επιλογών που σημάδεψαν εκείνη την περίοδο και οι οποίες, για πολλούς πολίτες, αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη διάψευση προσδοκιών της μεταπολίτευσης.
Θυμάται ότι ενώ υποσχέθηκαν πως «θα διώξουν την τρόικα», τελικά οι θεσμοί παρέμειναν με διαφορετικό όνομα. Ότι ενώ διακήρυτταν πως «θα σκίσουν τα μνημόνια», υπέγραψαν τρίτο μνημόνιο. Ότι ο ΕΝΦΙΑ όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά διατηρήθηκε κανονικά. Ότι η περίφημη 13η σύνταξη δεν επανήλθε όπως είχε παρουσιαστεί προεκλογικά.
Θυμάται τον βασικό μισθό των 751 ευρώ που υποσχέθηκαν άμεσα αλλά δεν εφαρμόστηκε τότε όπως είχε εξαγγελθεί. Θυμάται το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» που παρουσιάστηκε ως σχέδιο κοινωνικής ανακούφισης και οικονομικής αναγέννησης, αλλά έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστο.
Θυμάται τις κλειστές τράπεζες, τις ουρές στα ΑΤΜ και τα capital controls που σημάδεψαν το καλοκαίρι του 2015. Θυμάται τις περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, την κατάργηση του ΕΚΑΣ για χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχους, την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και τη μετατροπή του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» σε ένα νέο πλαίσιο πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.
Θυμάται ακόμη τον νόμο Κατρούγκαλου και τις δραματικές αλλαγές στις συντάξεις χηρείας, οι οποίες συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι σήμερα. Χιλιάδες χήρες και χήροι είδαν μετά την παρέλευση της τριετίας τη σύνταξη χηρείας να μειώνεται σημαντικά όταν λαμβάνουν δική τους σύνταξη ή έχουν εισόδημα από εργασία. Στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, το καταβαλλόμενο ποσό περιορίζεται περίπου στο 35% της αρχικής σύνταξης του θανόντος.
Και το σημαντικότερο: η συγκεκριμένη ρύθμιση παραμένει ουσιαστικά ενεργή από το 2016 μέχρι σήμερα, παρά τις κατά καιρούς πολιτικές εξαγγελίες και τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Για πολλές οικογένειες αποτέλεσε μια βαθιά αίσθηση αδικίας, καθώς άνθρωποι που έχασαν τον σύζυγό τους βρέθηκαν αντιμέτωποι όχι μόνο με την προσωπική απώλεια αλλά και με σοβαρή οικονομική υποβάθμιση.
Θυμάται επίσης τη βαριά φορολογία της μεσαίας τάξης, την αύξηση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, την επιβάρυνση επαγγελματιών και ελεύθερων επαγγελματιών, αλλά και το κλίμα αβεβαιότητας που οδήγησε επιχειρήσεις και επενδύσεις σε αναστολή.
Και τελικά, αυτό που πολλοί θυμούνται περισσότερο δεν είναι μόνο τα μέτρα. Είναι η αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Η απόσταση ανάμεσα στις επαναστατικές εξαγγελίες και στον πολιτικό ρεαλισμό που ακολούθησε.
Γι’ αυτό και η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» σήμερα δεν αντιμετωπίζεται από όλους ως απλός ιστορικός συμβολισμός. Για αρκετούς πολίτες μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια πολιτικής επανασυσκευασίας ενός χώρου που κουβαλά ακόμη το βάρος των αντιφάσεων της προηγούμενης δεκαετίας.
Διότι οι κοινωνίες μπορεί να ξεχνούν εύκολα τα συνθήματα.
Δύσκολα όμως ξεχνούν όταν αισθανθούν ότι εξαπατήθηκαν.
Και τελικά, όσο ισχυρό κι αν είναι ένα ιστορικό όνομα, η πολιτική αξιοπιστία δεν χτίζεται με συμβολισμούς. Χτίζεται με συνέπεια, αυτοκριτική και αλήθεια απέναντι στην κοινωνία