Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: - Καταδίκασε ομόφωνα την κυβέρνηση και το ΣτΕ, για άρνηση χορήγησης δικαιούμενων ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΩΝ!!



Με μια απόφαση ιδιαίτερης σημασίας για τη λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης στην υπόθεση Aravantinos κατά Ελλάδας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έθεσε σαφή όρια στην αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών προϋποθέσεων παραδεκτού. Το Στρασβούργο έκρινε ότι η απόρριψη λόγου αναίρεσης από το Συμβούλιο της Επικρατείας για καθαρά τυπικούς λόγους συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ, (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπουόταν οδηγεί σε στέρηση ουσιαστικής δικαστικής προστασίας.

Η απόφαση εντάσσεται στη νομολογιακή γραμμή του Δικαστηρίου κατά του λεγόμενου «υπερβολικού τυπικισμού», αναδεικνύοντας την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ δικονομικής τάξης και πραγματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Η δικαστική διαδρομή: Από την Ειδική Δικαιοδοσία του άρθρου 88 στα τακτικά δικαστήρια

Ο προσφεύγων, Σύμβουλος Επικρατείας, διεκδικούσε αναδρομικές αποδοχές για την περίοδο 2000–2005, υποστηρίζοντας ότι η αμοιβή του έπρεπε να εξομοιωθεί με εκείνη του προέδρου ανεξάρτητης αρχής (ΕΕΤΤ), σύμφωνα με το άρθρο 88 §2 του Συντάγματος.

Η Ειδική Δικαστική Δικαιοδοσία είχε ήδη επιλύσει το βασικό νομικό ζήτημα υπέρ του και παρέπεμψε την υπόθεση στα διοικητικά δικαστήρια για τον προσδιορισμό του ποσού. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο του επιδίκασε σημαντική αποζημίωση, ωστόσο το Διοικητικό Εφετείο μείωσε το ποσό, κρίνοντας ότι μέρος των αξιώσεων είχε παραγραφεί και υιοθετώντας συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο υπερέβη την αρμοδιότητά του και εφάρμοσε εσφαλμένα το συνταγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας

Το ΣτΕ έκρινε ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου για το παραδεκτό της αναίρεσης. Σύμφωνα με την απόφασή του, δεν τίθετο νομικό ζήτημα ερμηνείας αλλά αμφισβήτηση της εφαρμογής των διατάξεων και των υπολογισμών της εφετειακής απόφασης.

Καθοριστικής σημασίας ήταν η διαπίστωση ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν είχε διατυπώσει ρητή «μείζονα σκέψη» επί του ζητήματος του υπολογισμού των αποδοχών, γεγονός που –κατά το ΣτΕ– καθιστούσε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Έτσι, η υπόθεση δεν εξετάστηκε επί της ουσίας στο ανώτατο ακυρωτικό επίπεδο.

Το σκεπτικό του ΕΔΑΔ

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα υπό το πρίσμα της αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Υπενθύμισε ότι οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε ανώτερο δικαστήριο είναι θεμιτοί, μόνο όμως εφόσον δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν περιορίστηκε σε μια απλή λογιστική αναπαραγωγή, αλλά ουσιαστικά έκρινε το ζήτημα της αποζημίωσης, άρα προέβη –έστω και σιωπηρά– σε ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:

«…το Δικαστήριο δεν βλέπει πώς το διοικητικό εφετείο θα μπορούσε να επιλύσει το ζήτημα της αναγνώρισης της απαίτησης του προσφεύγοντος και του καθορισμού του ποσού της, χωρίς να προβεί, έστω και σιωπηρά ή έμμεσα (…) στην ερμηνεία των διατάξεων…»

Το κρίσιμο σημείο της απόφασης είναι ότι το Στρασβούργο απορρίπτει την προσέγγιση που μετακυλίει στον διάδικο τις αδυναμίες της δικαστικής αιτιολογίας. Ειδικότερα, επισημαίνει:

«…το γεγονός ότι η ερμηνεία (…) ήταν σιωπηρή ή έμμεση (…) δεν μπορεί να αποδοθεί στον προσφεύγοντα…»

Με άλλα λόγια, ο διάδικος δεν μπορεί να στερείται τον αναιρετικό έλεγχο επειδή το κατώτερο δικαστήριο δεν διατύπωσε ρητά τη νομική του σκέψη.

Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η προσέγγιση του ΣτΕ υπερέβη τα όρια της θεμιτής δικονομικής αυστηρότητας και προσέλαβε χαρακτήρα υπερβολικού τυπικισμού. Όπως τονίζεται:«…η εν λόγω δικαιοδοσία διέρρηξε τη δίκαιη ισορροπία (…) επιδεικνύοντας έτσι υπερβολικό τυπικισμό.». Η απόρριψη της αναίρεσης στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα ουσιαστικής κρίσης της υπόθεσής του, γεγονός που συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 §1 της Σύμβασης.

Διαπίστωση παραβίασης και συνέπειες

Το Δικαστήριο, λοιπόν, διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Ωστόσο, δεν επιδίκασε αποζημίωση για υλική ή ηθική βλάβη, κρίνοντας ότι η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί επαρκή ικανοποίηση.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα να ζητήσει επανέναρξη της διαδικασίας σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που προσδίδει πρακτική σημασία στην απόφαση.

Η σημασία της απόφασης για την Ελληνική έννομη τάξη

Η απόφαση αποτελεί σαφές μήνυμα προς τα Ελληνικά δικαστήρια ότι η αυστηρή εφαρμογή των προϋποθέσεων παραδεκτού δεν μπορεί να οδηγεί σε άρνηση δικαιοσύνης. Επαναβεβαιώνει ότι ο αναιρετικός έλεγχος δεν πρέπει να καθίσταται απρόσιτος λόγω υπερβολικών τυπικών απαιτήσεων, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα ουσιαστικής ερμηνείας του δικαίου.

Παράλληλα, ενισχύει τη θέση των διαδίκων και των νομικών εκπροσώπων τους, παρέχοντας ένα ισχυρό νομολογιακό εργαλείο κατά της τυπολατρικής απόρριψης ενδίκων μέσων. Η ισορροπία μεταξύ δικονομικής ασφάλειας και ουσιαστικής δικαστικής προστασίας επανατοποθετείται στο επίκεντρο, με σαφή προσανατολισμό υπέρ της δεύτερης.





πηγή:https://daily.nb.org/nomothesia-nomologia/nomologia/to-strasvourgo-dikaionei-dikasti-pou-blokare-sto-ste-gia-tis-apodoches-tou-i-dikonomia-den-borei-na-kryvei-tin-ousia/