Διαφαίνεται ότι ίσως να πλησιάζει η στιγμή που θα απαιτηθούν γενναίες αποφάσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εφόσον ασκηθούν εντονότερες αμερικανικές πιέσεις για συμμετοχή ελληνικής δύναμης σε μία επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, το δίλημμα για την κυβέρνηση θα είναι σκληρό
Άγγελος Κωβαίος
Ο πόλεμος κατά του Ιράν εξελίσσεται ενδεχομένως βάσει (ισραηλινού) σχεδίου, όμως οι επιπτώσεις του είναι ασύμμετρες, απρόβλεπτες και πάντως δυσάρεστες σε όλα τα πεδία.
Η εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας μέχρι στιγμής δεν έχει μετριάσει τις πυραυλικές απαντήσεις της Τεχεράνης, όμως η χειρότερη εξέλιξη είναι ο de facto αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, κάτι που θα όφειλε να έχει προβλεφθεί και που ήδη φαίνεται τι είδους συμφορές μπορεί να προκαλέσει στην παγκόσμια οικονομία.
Μία από τις μεγάλες παραδοξότητες του πολέμου αυτού είναι η στάση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Αποφάσισε από κοινού με τον Μπένιαμιν Νετανιάχου την επίθεση κατά του Ιράν, αγνόησε και περιφρόνησε συμμάχους στο ΝΑΤΟ, εταίρους στην ΕΕ και όλους τους διεθνείς οργανισμούς, όσο περνούν οι ημέρες όμως, έχει αρχίσει να αναζητεί την υποστήριξή τους. Δεν βρίσκει ανταπόκριση προς το παρόν.
Σε κυμαινόμενους τόνους και με ποικίλες διατυπώσεις, τα ευρωπαϊκά κράτη αρνούνται. Εν μέρει κάτι τέτοιο ακούγεται λογικό. Η ιδιομορφία των Στενών κάνει την οποιαδήποτε ναυτική αποστολή εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη, αν όχι αδύνατη από επιχειρησιακής άποψης, όσο το Ιράν διατηρεί τον έλεγχο επί του εδάφους.
Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε πλοίο και ειδικότερα πολεμικό, μετατρέπεται πλέοντας στα Στενά πρώτα σε στόχο και δευτερευόντως σε αποτελεσματικό αμυντικό ή επιθετικό εργαλείο.
Τι θα συμβεί όμως αν ο Αμερικανός Πρόεδρος εντείνει τις πιέσεις του για συμμετοχή ευρωπαϊκών δυνάμεων στην προσπάθεια προστασίας της ναυσιπλοΐας στην περιοχή; Και τι θα σημάνει κάτι τέτοιο για όσα κράτη έχουν, αφενός, ιδιαίτερη εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και, αφετέρου, ειδικό ενδιαφέρον και συμφέρον να μην επεκταθεί η κρίση;
Μία από αυτές τις χώρες είναι η Ελλάδα, ως κατ’ εξοχήν στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά και ως δύναμη στην παγκόσμια ναυτιλία. Ο συνδυασμός αυτός περιπλέκει σε πολύ μεγάλο βαθμό την προσπάθεια απόκρουσης ενδεχόμενης πίεσης για την αποστολή κάποιας ελληνικής δύναμης για την προστασία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Διαφαίνεται όμως ότι ίσως να πλησιάζει η στιγμή στην οποία θα απαιτηθούν γενναίες αποφάσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εφόσον ασκηθούν εντονότερες αμερικανικές πιέσεις για συμμετοχή ελληνικών πολεμικών πλοίων σε μία επιχείρηση, το δίλημμα θα είναι βαρύ.
Ποια στάση θα επιλέξει η κυβέρνηση, όσο συγκρούονται ΗΠΑ και ΕΕ; Είναι εφικτή η διατήρηση της ισορροπίας στη σημερινή συγκυρία;
Η Ελληνική άρνηση μέχρι στιγμής είναι σχεδόν κατηγορηματική, κρίνοντας από τις διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού, ότι δεν θα υπάρξει καμία ελληνική εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις. Κάπως πιο επιδεκτικές σε ερμηνείες είναι οι σχετικές αναφορές του υπουργού Εξωτερικών και του κυβερνητικού εκπροσώπου, που δηλώνουν ότι δεν υπάρχει «καμία πρόθεση εμπλοκής στον πόλεμο».
Οι εξελίξεις όμως δεν είναι δυνατόν να προκαταληφθούν. Ούτε οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν, αν δεν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση του πολέμου.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολες, αν ζητηθεί πιεστικά η στρατιωτική συνδρομή της από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Μία άρνηση μπορεί να έχει περιπλοκές, ειδικά αν συνεκτιμηθεί η παράμετρος του απρόβλεπτου των αντιδράσεων του αμερικανού Προέδρου.
Μία απόφαση έστω μερικής εμπλοκής, θα φέρει την κυβέρνηση αντιμέτωπη με σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό, κατ’ αρχάς από την αντιπολίτευση, κυρίως όμως στο κοινωνικό πεδίο. Παράλληλα, θα φέρει και την χώρα στις υψηλές θέσεις του καταλόγου των εχθρών του Ιράν και των πάσης φύσεως δορυφόρων του.
Αν φτάσουμε σε ένα τέτοιο σημείο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ίσως βρεθεί ενώπιον της δυσκολότερης απόφασης της διακυβέρνησής του.
Πηγή: Protagon.gr
