Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Τα Κουρεία


 

Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης

Κάποτε πριν αρκετά χρόνια, ένα μεσημέρι (όχι «στης Ακρόπολης τα μέρη», που τραγούδησε ο μεγάλος Σταμάτης Κόκοτας) βρέθηκα στο βιβλιοπωλείο – στέκι, του φίλου μου, μακαρίτη πλέον, εκδότη Στρατή Φιλιππότη, με το οποίο συνεργαζόμαστε στην έκδοση του «Αθηναϊκού Ημερολογίου».

Εκεί συνάντησα μια κυρία, την οποία μου σύστησε ο οικοδεσπότης:

– Χρήστο η κυρία Ζωή Ρωπαίτου και κάτσε να σου δώσω κάτι δικό της και μου φέρνει  το βιβλίο:  «Από την άμαξα στο ταξί», που αναφερόταν στην παλιά Αθήνα.

Ευχαρίστησα και τον Στρατή και τη συγγραφέα, δηλώνοντας ότι ήταν ένα από τα καλλίτερα δώρα, αφού η λόξα μου με ό,τι έχει σχέση με την Αθήνα που έφυγε, είναι ανίατη.

– Ετοιμάζετε κάτι άλλο; Ρώτησα την κυρία Ρωπαίτου.

– Ναι, κάτι σχετικό με τα κουρεία. Αφού όμως και σεις είσθε συνεργάτης του «Αθηναϊκού Ημερολογίου», δεν γράφετε κάτι να το συμπεριλάβουμε στο βιβλίο.

Δελεαστική η πρόταση.

Τα κουρεία είναι η μεγάλη μου… αδυναμία, διότι από μικρός, μού είχαν υποβάλλει την αίσθηση του μοναδικού.

Αυτή η απροσδιόριστη μυρωδιά της φτηνής κολόνιας (συνήθως λεμόνι) και της πούδρας, ανακατεμένης με την όλη ατμόσφαιρα που μύριζε λίγο Βουλή, λίγο γήπεδο ποδοσφαίρου, λίγο αγορά, λίγο ντιβάνι ψυχαναλυτού, λίγο καφενείο, λίγο απ’ όλα τέλος πάντων, με είχε μαγέψει.

Πολλές οι ιστορίες και τα εύθυμα στιγμιότυπα, τα «ενσταντανέ», που έγραφαν οι παλιότεροι, που είχαν για σκηνικό τα κουρεία.

Επειδή, λόγω του επαγγέλματός μου, ήμουν υποχρεωμένος κάθε ένα ή δύο το πολύ, χρόνια να μετακομίζω σε άλλη πόλη, ένα από τα πρώτα που φρόντιζα να κάνω μόλις έφθανα στο νέο τόπο, ήταν η αναζήτηση κουρείου και για να ακριβολογούμε του «καταλλήλου» κουρείου. Συγκεκριμένα, εκείνου που θα συγκέντρωνε όλες τις προδιαγραφές, τους απαράβατους όρους και περιορισμούς που είχα θέσει στον εαυτό μου. Δηλαδή να είναι κάπως κεντρικό, ο κουρέας λίγο ώριμος ώστε να ξέρει να κουρεύει ανθρωπινά και όχι να «χαϊδεύει» το μαλλί και στο τέλος να φεύγεις με περισσότερο από όσο πήγες και τέλος, αυτό ει δυνατόν, να είναι φίλαθλος, ώστε να έχω πρόσβαση στην τοπική αθλητική, ή ακριβέστερα ποδοσφαιρική, κοινωνία, καθότι το σαράκι του ποδοσφαίρου, το έχω παιδιόθεν και μάλιστα σε επικίνδυνο βαθμό.

Κουβεντιάζοντας λοιπόν με την κυρία Ρωπαϊτου  είπα αυτές μου τις σκέψεις, όποτε ξαφνικά μου λέει:

– Με τόσες πόλεις που γυρίσατε, όλο και κάποιες χαριτωμένες ιστορίες  θα ζήσατε. Δεν γράφετε καμία να τη συμπεριλάβουμε στο νέο βιβλίο;

Με αυτό λοιπόν ως αφορμή και για να εναρμονισθώ με το πνεύμα της συγγραφέως, ξανάπιασα  το «Από την άμαξα στο Ταξί».

Είδα ότι η συγγραφέας στο βιβλίο της αυτό, είχε συμπεριλάβει τραγούδια, ποιήματα, διηγήματα και άλλα θέματα, που ήταν σχετικά με το ταξί ή τις άμαξες. Συνεπώς και εγώ βοηθώντας την κατάσταση, έπρεπε να βρω τραγούδια ποιήματα κ.λπ. για τα κουρεία.

Μπα! Δεν βαριέστε. Μάταιος κόπος. Όσο κι αν βασάνισα το μυαλό μου πολύ λίγα πράγματα κατάφερα.

Μερικά μόνο τραγουδάκια, που όμως δεν μιλούσαν για τα κουρεία, αλλά για το αντικείμενο της δραστηριότητός τους, δηλαδή τα μαλλιά.

Έτσι θυμήθηκα το σχεδόν κλασικό παραδοσιακό των Επτανήσων: «Κάντα τα μαλλιά σου κάντα, κάντα σκάλες ν’ ανεβώ. Να φιλήσω την ελιά, την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό…»

Θυμήθηκα την επιτυχία μιας παλιάς τραγουδίστριας, της Μαριάννας Χατζοπούλου, που συμβούλευε: «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου να φανεί η αρχοντιά σου…».

Ακόμη το εύθυμο τραγουδάκι του μεγάλου μας κονφερανσιέ Γιώργου Οικονομίδη, που τραγουδούσε μαζί με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Νίκο Ρίζο στην παλιά Ελληνική ταινία του 1954 «Χαρούμενο Ξεκίνημα»: «Ανάθεμα τη μπούκλα σου που φτιάχνεις στον καθρέφτη…»

Μού ήρθε στη μνήμη και η μεγάλη επιτυχία των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ: «Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, άστα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή  νοτιά…».

Κάπου εκεί, στερέψανε οι περί μαλλιών γνώσεις μου. Βεβαίως θα αποτελούσε περίπου έγκλημα καθοσιώσεως, αν ξεχνούσα τον Εθνικό Ύμνο των απανταχού της γης μπαρμπέρηδων. Την όπερα του Τζιοασίνο Ροσσίνι: «Ο Κουρέας της Σεβίλλης».

Για λογοτεχνικό κείμενο, ούτε λόγος. Ποιος άλλωστε μεγάλος λογοτέχνης να ασχοληθεί με κουρεία, βούρτσες, ξυραφάκια, τσατσάρες και τα τοιαύτα. Ίσως μόνο ο Μένης Κουμανταρέας, που έγραψε το 1999 «Το κουρείο».

Όμως η εγχώρια Εβδόμη Τέχνη, έχει κάνει αρκετές αναφορές στη συμπαθή τάξη των Φίγκαρο, με κορωνίδα την «Ωραία του Κουρέα», με τον Γιάννη Γκιωνάκη, τη Μάρθα Καραγιάννη και άλλους.

Ακόμη και ο μεγάλος μας (έγινε «μεγάλος», όταν έγινε μεγάλος και στην ηλικία, αφού μέχρι τότε, οι πάσης φύσεως κουλτουριαραίοι τον σνομπάριζαν και θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου…) Θανάσης Βέγγος, έχει αρκετές φορές υποδυθεί τον κουρέα με κορυφαίο το «Ένα ασύλληπτο κορόιδο», όπου φέρει και το σχοινοτενές επίθετο Χατζηπα-παγεωργακοπουλοκωνσταντινογιαννόπουλος…

Έτσι, αφού η προσφορά μου σε ιστορική αναδρομή ήταν από μηδενική έως πενιχρή, επιστράτευσα τη μνήμη μου για καμιά νόστιμη ιστοριούλα με αντικείμενο τη συμπαθή τάξη των κουρέων.

Αυτή τη φορά κάτι βγήκε.

Αλλά, επειδή και ο χώρος μας, αλλά και ο χρόνος ο δικός σας, δεν είναι απεριόριστος, θα μου επιτρέψετε να συνεχίσουμε στο επόμενο.